Πέμπτη, Ιουλίου 30, 2009
Παρασκευή, Ιουλίου 24, 2009
Σχέδιο Νόμου για την Ανώτατη Εκπαίδευση
Αποτελεί κεφαλαιώδους σημασίας για το συμφέρον της κοινωνίας η διασφάλιση των διακριτών ρόλων Πανεπιστημίων και ΤΕΙ. Αυτό που απαιτείται είναι η από κοινού αναβάθμισή τους.
Τα Πανεπιστήμια έχουν ως στόχο την επιστημονική έρευνα με την παραγωγή νέας γνώσης και την εκπαίδευση επιστημόνων. Τα ΤΕΙ έχουν ως στόχο την εκπαίδευση τεχνολόγων και τεχνιτών. Με το ν.δ. 652/27.8.70 ιδρύονται τα Κέντρα Ανωτέρας Τεχνικής Εκπαιδεύσεως (ΚΑΤΕ) ως Συγκροτήματα Δημοσίων Σχολών με σκοπό την εκπαίδευση τεχνικών στελεχών ανώτερου επιπέδου, ενδιάμεσης δηλαδή βαθμίδας μεταξύ της Ανώτατης Επιστημονικής και της Μέσης Τεχνικής.
Η ίδρυση των ΚΑΤΕ ανταποκρινόταν σε μια πραγματική ανάγκη εξορθολογισμού της τεχνικής παραγωγικής πυραμίδας της χώρας. Στην πορεία όμως των 39 χρόνων που πέρασαν από τότε μέχρι σήμερα η λογική της συγκεκριμένης πρόβλεψης ακυρώθηκε στην πράξη, καθώς τα ΚΑΤΕ από ενδιάμεση βαθμίδα μετεξελίχθηκαν σε ΑΕΙ και, όπως προβλέπει το παρόν νομοσχέδιο, πρόκειται να εξισωθούν με Πανεπιστήμια.
Εάν τα Πανεπιστήμια ταυτιστούν με τα ΤΕΙ, τότε αμέσως θα δημιουργηθεί ένα κενό στην τεχνολογική εκπαίδευση, το οποίο θα καλυφθεί με τη δημιουργία νέων ΤΕΙ ή από ιδιωτικά «μορφώματα».
Οι δυσκολίες ένταξης των νέων πτυχιούχων είναι όχι μόνο μακροοικονομικής, αλλά και διαρθρωτικής φύσης. Έχουν δηλαδή να κάνουν με τη διαρθρωτική αδυναμία της ελληνικής οικονομίας να δημιουργήσει θέσεις εργασίας για εργατικό δυναμικό υψηλής εκπαίδευσης στο ρυθμό εκείνο που απαιτείται για να απορροφήσει τους πτυχιούχους που εξέρχονται κάθε χρόνο από τα Πανεπιστήμια της Χώρας, μαζί με αυτούς που αποκτούν πτυχία από Πανεπιστήμια του εξωτερικού και επιστρέφουν στην Ελλάδα αναζητώντας δουλειά. Η αναντιστοιχία αυτή βρίσκεται στον αντίποδα της κυρίαρχης σήμερα ερμηνείας των δυσκολιών επαγγελματικής ένταξης των πτυχιούχων, η οποία αποδίδει τις τελευταίες στην αδυναμία του Πανεπιστημίου να παρέχει τις κατάλληλες γνώσεις και δεξιότητες που έχει ανάγκη η Οικονομία.
Το ουσιώδες πρόβλημα είναι συνεπώς η αδυναμία της ελληνικής οικονομίας να απορροφά και να αξιοποιεί το επιστημονικό της δυναμικό. Ο λόγος που η Πολιτεία «παίζει» με τα επαγγελματικά δικαιώματα είναι για να αποκρύψει την πάγια αδυναμία διαρθρωτικής και αποτελεσματικής αντιμετώπισης των πραγματικών προβλημάτων.
Παράλληλα αξιοποιεί και καλλιεργεί τις εντάσεις που μοιραία υποβόσκουν, όταν ένα τόσο ευαίσθητο θέμα δεν αντιμετωπίζεται με ορθολογισμό. Το ίδιο συνέβη -για παράδειγμα - όταν η Κυβέρνηση εισήγαγε στη Βουλή το νομοσχέδιο για τα κολέγια.
Η «πανεπιστημιοποίηση» των ΤΕΙ είναι ξεκάθαρα και μόνο εικονική. Και δεν μπορεί να είναι διαφορετικά όταν παρέχονται τα πάντα πλην της αναγκαίας χρηματοδότησης, η οποία υποτίθεται πως θα καλυφθεί από τη συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα. Στην πραγματικότητα, το μόνο που θα γίνει είναι να συντάσσουν (και) τα ΤΕΙ μελέτες εκτοπίζοντας – χωρίς να καλύπτουν στην πράξη τις απαραίτητες προϋποθέσεις - το ισχυρό ελληνικό μελετητικό δυναμικό, που δίνει σήμερα μια κρίσιμη μάχη επιβίωσης.
Η θεσμοθέτηση της δυνατότητας συνεργασίας (άρθρο 19) αποκλειστικά μεταξύ Πανεπιστημίων και ΤΕΙ χωρίς στρατηγικό σχεδιασμό καθιστά διάτρητα τα διπλώματα των Πολυτεχνείων πενταετών σπουδών. Φαίνεται ξεκάθαρα η έμμεση επιβολή δύο κύκλων σπουδών στην ίδια ειδικότητα. Όμως και αυτή η στόχευση έρχεται ετεροχρονισμένα. Η τάση για μείωση των ετών σπουδών των πολυτεχνικών σχολών και ύπαρξη δύο κύκλων σπουδών έχει παγκόσμια αντιστραφεί.
Η επικίνδυνη ρύθμιση ολοκληρώνεται με το άρθρο 18 που θεσμοθετεί τα επαγγελματικά δικαιώματα των πτυχιούχων νεοϊδρυόμενων τμημάτων ΤΕΙ με το Π.Δ. ίδρυσης του τμήματος, ενώ τα επαγγελματικά δικαιώματα των πτυχιούχων των ήδη υφισταμένων τμημάτων ρυθμίζονται με Π.Δ. που εκδίδει το ΥΠΕΠΘ με μονομερή εισήγηση του ΣΑΤΕ.
Αυτό έρχεται σε αντίθεση με το ενιαίο πλαίσιο πρόσβασης σε επαγγελματικές δραστηριότητες όλων των διπλωματούχων Μηχανικών, πτυχιούχων ΤΕΙ και άλλων βαθμίδων της Τεχνικής Εκπαίδευσης, βάση προσόντων και κυρίως με διαβάθμιση τεχνικής ευθύνης. Με βάση αυτό το ενιαίο πλαίσιο, όπου το ανώτατο επίπεδο τεχνικής ευθύνης φέρουν οι διπλωματούχοι μηχανικοί, κατοχυρώνεται η ποιότητα, ασφάλεια, αξιοπιστία έργων, προϊόντων και διεργασιών.
Δεν μπορεί ο Υπουργός Παιδείας να έχει εξαγγείλει διάλογο από μηδενική βάση για την παιδεία, να σχεδιάζεται ενιαία το εθνικό πλαίσιο προσόντων και να ρυθμίζονται τα επαγγελματικά δικαιώματα των μηχανικών από τα παραγωγικά υπουργεία με ευθύνη του ΥΠΕΧΩΔΕ και παράλληλα να προωθούνται τέτοιου είδους ρυθμίσεις.
Τα Πανεπιστήμια έχουν ως στόχο την επιστημονική έρευνα με την παραγωγή νέας γνώσης και την εκπαίδευση επιστημόνων. Τα ΤΕΙ έχουν ως στόχο την εκπαίδευση τεχνολόγων και τεχνιτών. Με το ν.δ. 652/27.8.70 ιδρύονται τα Κέντρα Ανωτέρας Τεχνικής Εκπαιδεύσεως (ΚΑΤΕ) ως Συγκροτήματα Δημοσίων Σχολών με σκοπό την εκπαίδευση τεχνικών στελεχών ανώτερου επιπέδου, ενδιάμεσης δηλαδή βαθμίδας μεταξύ της Ανώτατης Επιστημονικής και της Μέσης Τεχνικής.
Η ίδρυση των ΚΑΤΕ ανταποκρινόταν σε μια πραγματική ανάγκη εξορθολογισμού της τεχνικής παραγωγικής πυραμίδας της χώρας. Στην πορεία όμως των 39 χρόνων που πέρασαν από τότε μέχρι σήμερα η λογική της συγκεκριμένης πρόβλεψης ακυρώθηκε στην πράξη, καθώς τα ΚΑΤΕ από ενδιάμεση βαθμίδα μετεξελίχθηκαν σε ΑΕΙ και, όπως προβλέπει το παρόν νομοσχέδιο, πρόκειται να εξισωθούν με Πανεπιστήμια.
Εάν τα Πανεπιστήμια ταυτιστούν με τα ΤΕΙ, τότε αμέσως θα δημιουργηθεί ένα κενό στην τεχνολογική εκπαίδευση, το οποίο θα καλυφθεί με τη δημιουργία νέων ΤΕΙ ή από ιδιωτικά «μορφώματα».
Οι δυσκολίες ένταξης των νέων πτυχιούχων είναι όχι μόνο μακροοικονομικής, αλλά και διαρθρωτικής φύσης. Έχουν δηλαδή να κάνουν με τη διαρθρωτική αδυναμία της ελληνικής οικονομίας να δημιουργήσει θέσεις εργασίας για εργατικό δυναμικό υψηλής εκπαίδευσης στο ρυθμό εκείνο που απαιτείται για να απορροφήσει τους πτυχιούχους που εξέρχονται κάθε χρόνο από τα Πανεπιστήμια της Χώρας, μαζί με αυτούς που αποκτούν πτυχία από Πανεπιστήμια του εξωτερικού και επιστρέφουν στην Ελλάδα αναζητώντας δουλειά. Η αναντιστοιχία αυτή βρίσκεται στον αντίποδα της κυρίαρχης σήμερα ερμηνείας των δυσκολιών επαγγελματικής ένταξης των πτυχιούχων, η οποία αποδίδει τις τελευταίες στην αδυναμία του Πανεπιστημίου να παρέχει τις κατάλληλες γνώσεις και δεξιότητες που έχει ανάγκη η Οικονομία.
Το ουσιώδες πρόβλημα είναι συνεπώς η αδυναμία της ελληνικής οικονομίας να απορροφά και να αξιοποιεί το επιστημονικό της δυναμικό. Ο λόγος που η Πολιτεία «παίζει» με τα επαγγελματικά δικαιώματα είναι για να αποκρύψει την πάγια αδυναμία διαρθρωτικής και αποτελεσματικής αντιμετώπισης των πραγματικών προβλημάτων.
Παράλληλα αξιοποιεί και καλλιεργεί τις εντάσεις που μοιραία υποβόσκουν, όταν ένα τόσο ευαίσθητο θέμα δεν αντιμετωπίζεται με ορθολογισμό. Το ίδιο συνέβη -για παράδειγμα - όταν η Κυβέρνηση εισήγαγε στη Βουλή το νομοσχέδιο για τα κολέγια.
Η «πανεπιστημιοποίηση» των ΤΕΙ είναι ξεκάθαρα και μόνο εικονική. Και δεν μπορεί να είναι διαφορετικά όταν παρέχονται τα πάντα πλην της αναγκαίας χρηματοδότησης, η οποία υποτίθεται πως θα καλυφθεί από τη συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα. Στην πραγματικότητα, το μόνο που θα γίνει είναι να συντάσσουν (και) τα ΤΕΙ μελέτες εκτοπίζοντας – χωρίς να καλύπτουν στην πράξη τις απαραίτητες προϋποθέσεις - το ισχυρό ελληνικό μελετητικό δυναμικό, που δίνει σήμερα μια κρίσιμη μάχη επιβίωσης.
Η θεσμοθέτηση της δυνατότητας συνεργασίας (άρθρο 19) αποκλειστικά μεταξύ Πανεπιστημίων και ΤΕΙ χωρίς στρατηγικό σχεδιασμό καθιστά διάτρητα τα διπλώματα των Πολυτεχνείων πενταετών σπουδών. Φαίνεται ξεκάθαρα η έμμεση επιβολή δύο κύκλων σπουδών στην ίδια ειδικότητα. Όμως και αυτή η στόχευση έρχεται ετεροχρονισμένα. Η τάση για μείωση των ετών σπουδών των πολυτεχνικών σχολών και ύπαρξη δύο κύκλων σπουδών έχει παγκόσμια αντιστραφεί.
Η επικίνδυνη ρύθμιση ολοκληρώνεται με το άρθρο 18 που θεσμοθετεί τα επαγγελματικά δικαιώματα των πτυχιούχων νεοϊδρυόμενων τμημάτων ΤΕΙ με το Π.Δ. ίδρυσης του τμήματος, ενώ τα επαγγελματικά δικαιώματα των πτυχιούχων των ήδη υφισταμένων τμημάτων ρυθμίζονται με Π.Δ. που εκδίδει το ΥΠΕΠΘ με μονομερή εισήγηση του ΣΑΤΕ.
Αυτό έρχεται σε αντίθεση με το ενιαίο πλαίσιο πρόσβασης σε επαγγελματικές δραστηριότητες όλων των διπλωματούχων Μηχανικών, πτυχιούχων ΤΕΙ και άλλων βαθμίδων της Τεχνικής Εκπαίδευσης, βάση προσόντων και κυρίως με διαβάθμιση τεχνικής ευθύνης. Με βάση αυτό το ενιαίο πλαίσιο, όπου το ανώτατο επίπεδο τεχνικής ευθύνης φέρουν οι διπλωματούχοι μηχανικοί, κατοχυρώνεται η ποιότητα, ασφάλεια, αξιοπιστία έργων, προϊόντων και διεργασιών.
Δεν μπορεί ο Υπουργός Παιδείας να έχει εξαγγείλει διάλογο από μηδενική βάση για την παιδεία, να σχεδιάζεται ενιαία το εθνικό πλαίσιο προσόντων και να ρυθμίζονται τα επαγγελματικά δικαιώματα των μηχανικών από τα παραγωγικά υπουργεία με ευθύνη του ΥΠΕΧΩΔΕ και παράλληλα να προωθούνται τέτοιου είδους ρυθμίσεις.
Τρίτη, Ιουλίου 21, 2009
Δευτέρα, Ιουλίου 20, 2009
ΑΓΟΡΑΖΟΥΜΕ χωρίς σύνεση - πληρώνουμε ακριβά την ενέργεια όλο το χρόνο
Ενα εργοστάσιο της ΔΕΗ για μια χρονιά κλιματιστικών
Ένα κείμενο του ΦΙΛΗ ΚΑΪΤΑΤΖΗ δημοσιευμένο στην Ελευθεροτυπία.
«Black out» εν όψει θέρους, λόγω της αυξημένης ζήτησης ενέργειας την περίοδο αυτή, απειλεί τις νοτιοευρωπαϊκές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, προειδοποιεί ο διεθνής οργανισμός ενέργειας (ΙΕΑ) «δείχνοντας» τα κλιματιστικά.
Την ίδια στιγμή στη χώρα μας, με νωπό το περυσινό μπλακ άουτ και το ηλεκτρικό δίκτυο στα όρια των αντοχών του, αναμένεται να εγκατασταθούν περισσότερα από τριακόσιες χιλιάδες κλιματιστικά πάνω από τα ήδη υπάρχοντα, που φτάνουν τα τρία εκατομμύρια. Κρατηθείτε τώρα, πριν απογειωθούμε κι άλλο στο «παράλογο». «Για κάθε 350.000 νέα μηχανήματα που προστίθενται ετησίως, όπως μας υπενθυμίζει ο Στέλιος Ψωμάς, περιβαλλοντολόγος, «απαιτείται από τούδε και στο εξής η κατασκευή κάθε χρόνο ενός νέου σταθμού ηλεκτροπαραγωγής, ισχύος περίπου 400 μεγαβάτ (από τη ΔΕΗ και ιδιώτες)...
»Η κατασκευή ενός τέτοιου σταθμού κοστίζει 200-300 εκατομμύρια ευρώ, δηλαδή τα διπλάσια απ' όσα ξοδεύουν αθροιστικά οι καταναλωτές για την απόκτηση κλιματιστικών!»
Με άλλα λόγια, για «κάθε ευρώ που ξοδεύουμε για την αγορά κλιματιστικών, χρειάζονται επιπλέον δύο ευρώ για την κατασκευή νέων σταθμών ηλεκτροπαραγωγής για την εξυπηρέτηση αυτών των κλιματιστικών και μόνο!»
Το παράλογο, τονίζει ο κ. Ψωμάς, επικαλούμενος και το σχόλιο ενός πρώην ΔΕΗτζή, δεν σταματά εδώ: «Ενα από τα προβλήματα με τα κλιματιστικά είναι πως ενώ χρειάζεται η κατασκευή νέων σταθμών ηλεκτροπαραγωγής για να καλύψουμε τις επιπλέον ανάγκες, οι σταθμοί αυτοί λειτουργούν λίγες ώρες το χρόνο (την καλοκαιρινή αιχμή) αφού δεν χρειάζονται τον υπόλοιπο χρόνο (!) Ετσι ανεβάζουμε το κόστος της παραγόμενης ενέργειας».
Ολοι συμφωνούν
Σύμφωνα με τις επισημάνσεις στα σενάρια όλων των ενεργειακών φορέων -Ρυθμιστική Αρχή Ενέργεια (ΡΑΕ), Διαχειριστής Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΔΕΣΜΗΕ), ΔΕΗ, Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών- για να καλύψουμε τις αυξανόμενες ανάγκες σε ηλεκτρική ενέργεια, κυρίως λόγω των κλιματιστικών τους θερινούς μήνες, απαιτούνται 300-350 MW πρόσθετης ισχύος κάθε χρόνο.
Χαρακτηριστική η τοποθέτηση του τέως διευθυντή παραγωγής και διανομής της ΔΕΗ και μέλους του Δ.Σ. του Ινστιτούτου Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης, δρ μηχανικού Γεώργιου Συντζανάκη: «Το μπλακ άουτ το 2004, που η αιχμή του εθνικού διασυνδεδεμένου συστήματος έφθασε τα 9.350 μεγαβάτ (MW) και από αυτά τα 1.000 MW είχαν διάρκεια από μία έως πενήντα ώρες ετησίως, δείχνει την ανορθόδοξη εξέλιξή του, που δημιουργεί το πρόβλημα επάρκειας ισχύος και, κατά συνέπεια, αντιοικονομικών επενδύσεων. Κι αυτό όχι μόνο στο σύστημα παραγωγής αλλά και στο σύστημα μεταφοράς και διανομής. Η συνεχιζόμενη μίσθωση αεριοστροβίλων για την κάλυψη των αιχμιακών φορτίων ελάχιστης διάρκειας οδηγεί σε τιμές κιλοβατώρας ασύμφορα υψηλές».
Για να μην ξεχνιόμαστε «πριν από δώδεκα χρόνια η μέγιστη ζήτηση παρατηρούνταν τον χειμώνα, ιδιαίτερα τον Δεκέμβριο και προς τις παραμονές των γιορτών. Σταδιακά, λόγω της αθρόας εγκατάστασης κλιματιστικών συσκευών, η αιχμή μετατοπίστηκε και τα τελευταία χρόναι εμφανίζεται το καλοκαίρι, και ειδικά τον Ιούλιο».
Επίκαιρη λοιπόν, περισσότερο από ποτέ, η προειδοποίηση της ΙΕΑ. Η μόνη θεραπεία, που όμως δεν θα έρθει ως διά μαγείας, είναι η μείωση της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας εκτός και εάν (πράγμα που θεωρούμε πιθανότερο) «συνεχιστεί το πολυέξοδο και τελικά αδιέξοδο χτίσιμο ολοένα και περισσότερων σταθμών ηλεκτροπαραγωγής»
Οι τεχνικές φυσικού δροσισμού και η επιλογή λιγότερο ενεργοβόρων κλιματιστικών είναι βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση. Αν είχαμε εύρωστα άλση στις τσιμεντουπόλεις ή δέντρα έξω από τα σπίτια μας, για τη δημιουργία καλού μικροκλίματος, τότε θα ήμασταν προσανατολισμένοι ακόμη περισσότερο προς τη σωστή κατεύθυνση. Πάντως, αν συνεχίσουμε μ' αυτόν το ρυθμό, να φορτώνουμε κάθε σπίτι με πολλά κλιματιστικά, «αναμένεται σε μια πενταετία να φτάσουμε τα πέντε εκατομμύρια εγκατεστημένα μηχανήματα. Ορισμένοι παράγοντες της αγοράς, μάλιστα, ευελπιστούν -και καλά κάνουν από την πλευρά τους- να αυξηθούν κι άλλο οι ρυθμοί της κατανάλωσης και να αγγίξουμε τα είκοσι εκατομμύρια κλιματιστικά έως το 2010! Κάτι τέτοιο όμως θα σήμαινε», εξηγεί ο Στέλιος Ψωμάς, ότι «η χώρα θα έπρεπε να διπλασιάσει την εγκατεστημένη ισχύ της σε μονάδες ηλεκτροπαραγωγής μέσα σε μια πενταετία, πράγμα αδύνατο».
Την ίδια στιγμή στη χώρα μας, με νωπό το περυσινό μπλακ άουτ και το ηλεκτρικό δίκτυο στα όρια των αντοχών του, αναμένεται να εγκατασταθούν περισσότερα από τριακόσιες χιλιάδες κλιματιστικά πάνω από τα ήδη υπάρχοντα, που φτάνουν τα τρία εκατομμύρια. Κρατηθείτε τώρα, πριν απογειωθούμε κι άλλο στο «παράλογο». «Για κάθε 350.000 νέα μηχανήματα που προστίθενται ετησίως, όπως μας υπενθυμίζει ο Στέλιος Ψωμάς, περιβαλλοντολόγος, «απαιτείται από τούδε και στο εξής η κατασκευή κάθε χρόνο ενός νέου σταθμού ηλεκτροπαραγωγής, ισχύος περίπου 400 μεγαβάτ (από τη ΔΕΗ και ιδιώτες)...
»Η κατασκευή ενός τέτοιου σταθμού κοστίζει 200-300 εκατομμύρια ευρώ, δηλαδή τα διπλάσια απ' όσα ξοδεύουν αθροιστικά οι καταναλωτές για την απόκτηση κλιματιστικών!»
Με άλλα λόγια, για «κάθε ευρώ που ξοδεύουμε για την αγορά κλιματιστικών, χρειάζονται επιπλέον δύο ευρώ για την κατασκευή νέων σταθμών ηλεκτροπαραγωγής για την εξυπηρέτηση αυτών των κλιματιστικών και μόνο!»
Το παράλογο, τονίζει ο κ. Ψωμάς, επικαλούμενος και το σχόλιο ενός πρώην ΔΕΗτζή, δεν σταματά εδώ: «Ενα από τα προβλήματα με τα κλιματιστικά είναι πως ενώ χρειάζεται η κατασκευή νέων σταθμών ηλεκτροπαραγωγής για να καλύψουμε τις επιπλέον ανάγκες, οι σταθμοί αυτοί λειτουργούν λίγες ώρες το χρόνο (την καλοκαιρινή αιχμή) αφού δεν χρειάζονται τον υπόλοιπο χρόνο (!) Ετσι ανεβάζουμε το κόστος της παραγόμενης ενέργειας».
Ολοι συμφωνούν
Σύμφωνα με τις επισημάνσεις στα σενάρια όλων των ενεργειακών φορέων -Ρυθμιστική Αρχή Ενέργεια (ΡΑΕ), Διαχειριστής Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΔΕΣΜΗΕ), ΔΕΗ, Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών- για να καλύψουμε τις αυξανόμενες ανάγκες σε ηλεκτρική ενέργεια, κυρίως λόγω των κλιματιστικών τους θερινούς μήνες, απαιτούνται 300-350 MW πρόσθετης ισχύος κάθε χρόνο.
Χαρακτηριστική η τοποθέτηση του τέως διευθυντή παραγωγής και διανομής της ΔΕΗ και μέλους του Δ.Σ. του Ινστιτούτου Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης, δρ μηχανικού Γεώργιου Συντζανάκη: «Το μπλακ άουτ το 2004, που η αιχμή του εθνικού διασυνδεδεμένου συστήματος έφθασε τα 9.350 μεγαβάτ (MW) και από αυτά τα 1.000 MW είχαν διάρκεια από μία έως πενήντα ώρες ετησίως, δείχνει την ανορθόδοξη εξέλιξή του, που δημιουργεί το πρόβλημα επάρκειας ισχύος και, κατά συνέπεια, αντιοικονομικών επενδύσεων. Κι αυτό όχι μόνο στο σύστημα παραγωγής αλλά και στο σύστημα μεταφοράς και διανομής. Η συνεχιζόμενη μίσθωση αεριοστροβίλων για την κάλυψη των αιχμιακών φορτίων ελάχιστης διάρκειας οδηγεί σε τιμές κιλοβατώρας ασύμφορα υψηλές».
Για να μην ξεχνιόμαστε «πριν από δώδεκα χρόνια η μέγιστη ζήτηση παρατηρούνταν τον χειμώνα, ιδιαίτερα τον Δεκέμβριο και προς τις παραμονές των γιορτών. Σταδιακά, λόγω της αθρόας εγκατάστασης κλιματιστικών συσκευών, η αιχμή μετατοπίστηκε και τα τελευταία χρόναι εμφανίζεται το καλοκαίρι, και ειδικά τον Ιούλιο».
Επίκαιρη λοιπόν, περισσότερο από ποτέ, η προειδοποίηση της ΙΕΑ. Η μόνη θεραπεία, που όμως δεν θα έρθει ως διά μαγείας, είναι η μείωση της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας εκτός και εάν (πράγμα που θεωρούμε πιθανότερο) «συνεχιστεί το πολυέξοδο και τελικά αδιέξοδο χτίσιμο ολοένα και περισσότερων σταθμών ηλεκτροπαραγωγής»
Οι τεχνικές φυσικού δροσισμού και η επιλογή λιγότερο ενεργοβόρων κλιματιστικών είναι βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση. Αν είχαμε εύρωστα άλση στις τσιμεντουπόλεις ή δέντρα έξω από τα σπίτια μας, για τη δημιουργία καλού μικροκλίματος, τότε θα ήμασταν προσανατολισμένοι ακόμη περισσότερο προς τη σωστή κατεύθυνση. Πάντως, αν συνεχίσουμε μ' αυτόν το ρυθμό, να φορτώνουμε κάθε σπίτι με πολλά κλιματιστικά, «αναμένεται σε μια πενταετία να φτάσουμε τα πέντε εκατομμύρια εγκατεστημένα μηχανήματα. Ορισμένοι παράγοντες της αγοράς, μάλιστα, ευελπιστούν -και καλά κάνουν από την πλευρά τους- να αυξηθούν κι άλλο οι ρυθμοί της κατανάλωσης και να αγγίξουμε τα είκοσι εκατομμύρια κλιματιστικά έως το 2010! Κάτι τέτοιο όμως θα σήμαινε», εξηγεί ο Στέλιος Ψωμάς, ότι «η χώρα θα έπρεπε να διπλασιάσει την εγκατεστημένη ισχύ της σε μονάδες ηλεκτροπαραγωγής μέσα σε μια πενταετία, πράγμα αδύνατο».
Τετάρτη, Ιουλίου 15, 2009
Ο βίος εν Ελλάδι είναι ημιυπαίθριος
Ένα επίκαιρο κείμενο του ΤΑΣΣΗ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ καθηγητή Αρχιτεκτονικής ΕΜΠ
Τις τελευταίες ημέρες παρακολουθούμε στον ημερήσιο Τύπο αλλά και στην τηλεόραση πλήθος δημοσιευμάτων και εκπομπών σχετικά με τους ημιυπαίθριους χώρους.
Στον τόπο μας, αλλά και σε άλλους τόπους με αντίστοιχες κλιματολογικές συνθήκες, οι άνθρωποι μπορούν εύκολα να ζήσουν στο ύπαιθρο, αφού οι θερμοκρασιακές μεταβολές δεν είναι μεγάλες και το εύκρατο κλίμα επιτρέπει για μεγάλο χρονικό διάστημα του έτους πολλές από τις εργασίες να γίνονται έξω από το σπίτι. Ζούμε, δηλαδή, άνετα στον εξωτερικό χώρο, σε αντίθεση π.χ. με χώρες του Βορρά όπου κάτι τέτοιο είναι αδιανόητο, ιδίως τους χειμερινούς μήνες. Το γεγονός αυτό αποτυπώνεται και είναι εμφανές στον τρόπο δόμησης των λαϊκών παραδοσιακών σπιτιών, από την αρχαιότητα σχεδόν μέχρι τις μέρες μας. Ο κεντροβαρικός υπαίθριος χώρος ζωής γύρω από τον οποίο αρθρώνονταν οι υπόλοιπες λειτουργίες ήταν η αυλή, αφού πολλές από τις οικιακές εργασίες γίνονταν εκεί, ενώ σε πολλές περιπτώσεις αποτελούσε το μεταβατικό χώρο μέσω του οποίου επιτυγχάνετο η επικοινωνία μεταξύ των δωματίων της κατοικίας.
Διακρίνουμε διάφορες τυπολογικές εκδοχές της κάτοψης, άλλοτε σε σχήμα Γ, άλλοτε σε σχήμα Π ή σε άλλες το σπίτι περικλείει την αυλή από όλες τις πλευρές και δημιουργεί έτσι ένα εσωτερικό αίθριο. Η επαφή του εσωτερικού με τον εξωτερικό χώρο ήταν άμεση και το σπίτι ανοιγόταν προς το ύπαιθρο. Η επεξεργασία του ορίου ανάμεσα στο μέσα και το έξω, το ανοιχτό και το κλειστό, το φως και τη σκιά, έπαιζε καθοριστικό ρόλο στη συγκρότηση της κατοικίας και ήταν ο ενδιάμεσος χώρος που μπορούσε κανείς να σταθεί και να προφυλαχθεί, όταν ο ήλιος ήταν ενοχλητικός τους καλοκαιρινούς μήνες ή η μέρα ήταν βροχερή.
Ενα στέγαστρο, μία στοά, μία καλυμμένη εσοχή στο σώμα του κτίσματος ήταν αρκετά για να δημιουργηθεί ένας ευχάριστος και οικείος χώρος με κατάλληλες συνθήκες, ώστε να μπορέσεις να ζήσεις εκεί τις περιόδους που κάτι τέτοιο ήταν δύσκολο στον υπαίθριο χώρο. Οι ημιυπαίθριοι αυτοί χώροι χαρακτήριζαν την αρχιτεκτονική του τόπου μας και έδιναν το ιδιαίτερο στίγμα της, αιώνες τώρα.
Σήμερα όμως οι συνθήκες άλλαξαν, όπως άλλαξαν και οι κοινωνικές δομές που δημιούργησαν αυτά τα κτίσματα. Ο τρόπος ζωής είναι πολύ διαφορετικός και οι πόλεις δεν είναι πια φιλικές όπως άλλοτε. Η ατμοσφαιρική ρύπανση, η ηχητική όχληση, αλλά και ο τρόπος που χτίζουμε σήμερα τα σπίτια μας δεν μας επιτρέπουν να χαιρόμαστε τον «υπαίθριο βίο».
Ηαυλή μεταφέρθηκε στο στενό μπαλκόνι της πολυκατοικίας και μεταλλάχτηκε σ' έναν χώρο μικρό και αφιλόξενο, αφού δεν παρέχει καμιά ιδιωτικότητα και τις περισσότερες φορές το μόνο που αντικρίζεις είναι η μπαλκονόπορτα του γείτονα που μένει απέναντι. Αλλά και τα σπίτια μας δεν ξέρουμε πια πώς να τα χτίσουμε! Η αυλή βρίσκεται γύρω γύρω από το σπίτι, είναι η πέτσα και όχι η καρδιά του. Την αντιλαμβανόμαστε, δυστυχώς, ως διακοσμητικό στοιχείο του σπιτιού που περιλαμβάνει καλλωπιστικά φυτά ή γκαζόν και όχι ως ουσιαστικότατο χώρο ζωής.
Είναι χαρακτηριστικό πως για χρόνια ολόκληρα ο Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός απαγόρευε τη δημιουργία αυτών των ζωτικών, για τη λειτουργία του σπιτιού, ημιυπαίθριων χώρων. Μόνο με τον ΓΟΚ του 1985 επετράπη η δυνατότητα κατασκευής ημιυπαίθριων χώρων και ξαναδόθηκε η ευκαιρία στους κατοίκους των διαμερισμάτων των νέων οικοδομών να αποκτήσουν αυτούς τους σημαντικούς και απολύτως αναγκαίους, για το μεσογειακό μας κλίμα, χώρους.
Δυστυχώς όμως πολύ γρήγορα στην πιάτσα της αγοράς οι ημιυπαίθριοι χώροι βγήκαν στο σφυρί. Απέκτησαν ποσοτικά και όχι ποιοτικά χαρακτηριστικά, αφού οι επιτήδειοι εργολάβοι τούς μετέτρεπαν πολύ εύκολα σε κλειστούς και τους πουλούσαν στους μελλοντικούς αγοραστές. Με τα χρόνια η κατάσταση αυτή, όπως συμβαίνει πάντα άλλωστε, από εξαίρεση έγινε ο κανόνας, με το κράτος για άλλη μία φορά να κάνει τα «στραβά μάτια». Ενα κράτος που χρόνια τώρα δηλητηριάζει τη συλλογική συνείδηση των πολιτών και με τη σειρά τους οι πολίτες αθωώνουν την εγκληματική αδιαφορία και -γιατί όχι;- συνενοχή του κράτους.
Η αυθαίρετη δόμηση είναι κανόνας για τη χώρα μας. Θεωρείται σχεδόν απ' όλους ως κάτι απολύτως φυσικό. Υπόγεια όπου υπάρχει κεκλιμένο έδαφος μετατρέπονται σε ισόγεια, μπαλκόνια κλείνονται με αλουμινοκατασκευές, δώματα και πέργκολες γίνονται μικρά διαμερίσματα και ο κατάλογος δεν έχει τέλος. Η καταπάτηση της δημόσιας γης (ελλείψει βέβαια του Εθνικού Κτηματολογίου), οι αυθαίρετες κατασκευές πάνω σε ακρογιαλιές, σε δάση, σε ρέματα, παντού χαρακτηρίζουν πλέον κάθε περιοχή της χώρας μας, χωρίς βέβαια να αγνοούμε ότι αυτό δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο.
Αλήθεια πόσες είναι οι περιπτώσεις που τέτοια γεγονότα έρχονται στην επικαιρότητα, αλλά και πόσο γρήγορα τα ξεχνάμε σ' αυτόν τον τόπο; Και όποτε ασχολούμαστε με αυτά τα θέματα είναι γιατί αποκτούν μια εφήμερη επικαιρότητα και το γυάλινο μάτι της τηλεόρασης, ως άλλος «μεγάλος αδελφός», έρχεται -επιλεκτικά πάντοτε- να κατακεραυνώσει την παρανομία, αποσιωπώντας τα βαθύτερα αίτια ή το γεγονός, ας πούμε, ότι οι περισσότερες από τις κεραίες των τηλεοπτικών σταθμών, και όχι μόνο, αλλά και η συχνότητά τους είναι αυθαίρετες και βεβαίως παράνομες. Διότι άλλο πράγμα είναι να προσπαθήσουμε επί της ουσίας να βοηθήσουμε στην επίλυση του τεράστιου αυτού προβλήματος και άλλο να αποκομίσουμε απλώς ακόμη περισσότερα «τηλεοπτικά κέρδη».
Για να φτάσουμε στις μέρες μας και σε όλη αυτή την επικοινωνιακή «φασαρία» με τους ημιυπαίθριους. Δεν συζητάμε για την ουσία του στεγαστικού προβλήματος και τις τεράστιες κοινωνικές και περιβαλλοντικές του προεκτάσεις που εν τέλει είναι ζήτημα κουλτούρας και πολιτισμού, δηλαδή εξόχως πολιτικό, αλλά γιατί ο «πονηρός πολιτευτής» -για να χρησιμοποιήσω τα λόγια του Δ. Σαββόπουλου- βγήκε πάλι «παγανιά» για να μαζέψει για άλλη μια φορά με πλάγιο τρόπο λεφτά που του λείπουν από το δημόσιο κορβανά.
Μα, αφού είναι πια γνωστό πως το «δήλωσέ το και σώσε το» αλλοίωσε πρώτα τις συνειδήσεις των πολιτών και μετά ως φυσικό επακόλουθο κατέστρεψε το χτισμένο περιβάλλον του τόπου μας. Σαν μια άτυπη συμφωνία ανάμεσα στην πολιτεία και τον κάτοικο αυτής της χώρας πως στο μέλλον όλα πρόκειται να τακτοποιηθούν και να μην ανησυχεί. Μπορεί να πληρώσει κάτι περισσότερο, αλλά στο τέλος θα βγει σίγουρα «κερδισμένος». Το κανόνισε πάλι ο υπουργός και η περιοχή με τα αυθαίρετα μπήκε στο σχέδιο πόλης ή σήμερα θα νομιμοποιηθούν εμμέσως οι κλεισμένοι ημιυπαίθριοι και η παράδοξη και ιδιόμορφη αυτή «συναλλαγή» ανάμεσα στον πολιτευτή και τον ψηφοφόρο θα διαιωνίζεται εσαεί!
Ετσι είναι όλοι ευχαριστημένοι! Ο εργολάβος πούλησε τον κλειστό «ημιυπαίθριο», ο ιδιοκτήτης αγόρασε διαμέρισμα με περισσότερα τετραγωνικά, και τέλος, το κράτος εκβιάζοντας στην ουσία τους πολίτες, αυξάνει ετεροχρονισμένα και με τόκο τα έσοδά του. Μπορεί λοιπόν ατομικά να είναι όλοι φαινομενικά κερδισμένοι, αλλά ο μεγάλος και τραγικά χαμένος είμαστε Ολοι μας, αφού το αστικό περιβάλλον που δημιουργήσαμε όλα αυτά τα χρόνια και συνεχίζουμε να δημιουργούμε, σαν άλλο καθρέπτη της ζωής μας, είναι άναρχο, ακαλαίσθητο, ανοίκειο και αβίωτο.
Ο καθένας μας ατομικά βάζει ένα μικρό λιθαράκι στην ολοκληρωτική και μη αναστρέψιμη καταστροφή του «ευλογημένου» και πανέμορφου τόπου που μας κληροδότησαν οι προηγούμενες γενιές, έτσι που στο τέλος να τρέχουμε μακριά, μην αντέχοντας το περιβάλλον στο οποίο καθημερινά προσπαθούμε να ζήσουμε.
Τις τελευταίες ημέρες παρακολουθούμε στον ημερήσιο Τύπο αλλά και στην τηλεόραση πλήθος δημοσιευμάτων και εκπομπών σχετικά με τους ημιυπαίθριους χώρους.
Στον τόπο μας, αλλά και σε άλλους τόπους με αντίστοιχες κλιματολογικές συνθήκες, οι άνθρωποι μπορούν εύκολα να ζήσουν στο ύπαιθρο, αφού οι θερμοκρασιακές μεταβολές δεν είναι μεγάλες και το εύκρατο κλίμα επιτρέπει για μεγάλο χρονικό διάστημα του έτους πολλές από τις εργασίες να γίνονται έξω από το σπίτι. Ζούμε, δηλαδή, άνετα στον εξωτερικό χώρο, σε αντίθεση π.χ. με χώρες του Βορρά όπου κάτι τέτοιο είναι αδιανόητο, ιδίως τους χειμερινούς μήνες. Το γεγονός αυτό αποτυπώνεται και είναι εμφανές στον τρόπο δόμησης των λαϊκών παραδοσιακών σπιτιών, από την αρχαιότητα σχεδόν μέχρι τις μέρες μας. Ο κεντροβαρικός υπαίθριος χώρος ζωής γύρω από τον οποίο αρθρώνονταν οι υπόλοιπες λειτουργίες ήταν η αυλή, αφού πολλές από τις οικιακές εργασίες γίνονταν εκεί, ενώ σε πολλές περιπτώσεις αποτελούσε το μεταβατικό χώρο μέσω του οποίου επιτυγχάνετο η επικοινωνία μεταξύ των δωματίων της κατοικίας.
Διακρίνουμε διάφορες τυπολογικές εκδοχές της κάτοψης, άλλοτε σε σχήμα Γ, άλλοτε σε σχήμα Π ή σε άλλες το σπίτι περικλείει την αυλή από όλες τις πλευρές και δημιουργεί έτσι ένα εσωτερικό αίθριο. Η επαφή του εσωτερικού με τον εξωτερικό χώρο ήταν άμεση και το σπίτι ανοιγόταν προς το ύπαιθρο. Η επεξεργασία του ορίου ανάμεσα στο μέσα και το έξω, το ανοιχτό και το κλειστό, το φως και τη σκιά, έπαιζε καθοριστικό ρόλο στη συγκρότηση της κατοικίας και ήταν ο ενδιάμεσος χώρος που μπορούσε κανείς να σταθεί και να προφυλαχθεί, όταν ο ήλιος ήταν ενοχλητικός τους καλοκαιρινούς μήνες ή η μέρα ήταν βροχερή.
Ενα στέγαστρο, μία στοά, μία καλυμμένη εσοχή στο σώμα του κτίσματος ήταν αρκετά για να δημιουργηθεί ένας ευχάριστος και οικείος χώρος με κατάλληλες συνθήκες, ώστε να μπορέσεις να ζήσεις εκεί τις περιόδους που κάτι τέτοιο ήταν δύσκολο στον υπαίθριο χώρο. Οι ημιυπαίθριοι αυτοί χώροι χαρακτήριζαν την αρχιτεκτονική του τόπου μας και έδιναν το ιδιαίτερο στίγμα της, αιώνες τώρα.
Σήμερα όμως οι συνθήκες άλλαξαν, όπως άλλαξαν και οι κοινωνικές δομές που δημιούργησαν αυτά τα κτίσματα. Ο τρόπος ζωής είναι πολύ διαφορετικός και οι πόλεις δεν είναι πια φιλικές όπως άλλοτε. Η ατμοσφαιρική ρύπανση, η ηχητική όχληση, αλλά και ο τρόπος που χτίζουμε σήμερα τα σπίτια μας δεν μας επιτρέπουν να χαιρόμαστε τον «υπαίθριο βίο».
Ηαυλή μεταφέρθηκε στο στενό μπαλκόνι της πολυκατοικίας και μεταλλάχτηκε σ' έναν χώρο μικρό και αφιλόξενο, αφού δεν παρέχει καμιά ιδιωτικότητα και τις περισσότερες φορές το μόνο που αντικρίζεις είναι η μπαλκονόπορτα του γείτονα που μένει απέναντι. Αλλά και τα σπίτια μας δεν ξέρουμε πια πώς να τα χτίσουμε! Η αυλή βρίσκεται γύρω γύρω από το σπίτι, είναι η πέτσα και όχι η καρδιά του. Την αντιλαμβανόμαστε, δυστυχώς, ως διακοσμητικό στοιχείο του σπιτιού που περιλαμβάνει καλλωπιστικά φυτά ή γκαζόν και όχι ως ουσιαστικότατο χώρο ζωής.
Είναι χαρακτηριστικό πως για χρόνια ολόκληρα ο Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός απαγόρευε τη δημιουργία αυτών των ζωτικών, για τη λειτουργία του σπιτιού, ημιυπαίθριων χώρων. Μόνο με τον ΓΟΚ του 1985 επετράπη η δυνατότητα κατασκευής ημιυπαίθριων χώρων και ξαναδόθηκε η ευκαιρία στους κατοίκους των διαμερισμάτων των νέων οικοδομών να αποκτήσουν αυτούς τους σημαντικούς και απολύτως αναγκαίους, για το μεσογειακό μας κλίμα, χώρους.
Δυστυχώς όμως πολύ γρήγορα στην πιάτσα της αγοράς οι ημιυπαίθριοι χώροι βγήκαν στο σφυρί. Απέκτησαν ποσοτικά και όχι ποιοτικά χαρακτηριστικά, αφού οι επιτήδειοι εργολάβοι τούς μετέτρεπαν πολύ εύκολα σε κλειστούς και τους πουλούσαν στους μελλοντικούς αγοραστές. Με τα χρόνια η κατάσταση αυτή, όπως συμβαίνει πάντα άλλωστε, από εξαίρεση έγινε ο κανόνας, με το κράτος για άλλη μία φορά να κάνει τα «στραβά μάτια». Ενα κράτος που χρόνια τώρα δηλητηριάζει τη συλλογική συνείδηση των πολιτών και με τη σειρά τους οι πολίτες αθωώνουν την εγκληματική αδιαφορία και -γιατί όχι;- συνενοχή του κράτους.
Η αυθαίρετη δόμηση είναι κανόνας για τη χώρα μας. Θεωρείται σχεδόν απ' όλους ως κάτι απολύτως φυσικό. Υπόγεια όπου υπάρχει κεκλιμένο έδαφος μετατρέπονται σε ισόγεια, μπαλκόνια κλείνονται με αλουμινοκατασκευές, δώματα και πέργκολες γίνονται μικρά διαμερίσματα και ο κατάλογος δεν έχει τέλος. Η καταπάτηση της δημόσιας γης (ελλείψει βέβαια του Εθνικού Κτηματολογίου), οι αυθαίρετες κατασκευές πάνω σε ακρογιαλιές, σε δάση, σε ρέματα, παντού χαρακτηρίζουν πλέον κάθε περιοχή της χώρας μας, χωρίς βέβαια να αγνοούμε ότι αυτό δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο.
Αλήθεια πόσες είναι οι περιπτώσεις που τέτοια γεγονότα έρχονται στην επικαιρότητα, αλλά και πόσο γρήγορα τα ξεχνάμε σ' αυτόν τον τόπο; Και όποτε ασχολούμαστε με αυτά τα θέματα είναι γιατί αποκτούν μια εφήμερη επικαιρότητα και το γυάλινο μάτι της τηλεόρασης, ως άλλος «μεγάλος αδελφός», έρχεται -επιλεκτικά πάντοτε- να κατακεραυνώσει την παρανομία, αποσιωπώντας τα βαθύτερα αίτια ή το γεγονός, ας πούμε, ότι οι περισσότερες από τις κεραίες των τηλεοπτικών σταθμών, και όχι μόνο, αλλά και η συχνότητά τους είναι αυθαίρετες και βεβαίως παράνομες. Διότι άλλο πράγμα είναι να προσπαθήσουμε επί της ουσίας να βοηθήσουμε στην επίλυση του τεράστιου αυτού προβλήματος και άλλο να αποκομίσουμε απλώς ακόμη περισσότερα «τηλεοπτικά κέρδη».
Για να φτάσουμε στις μέρες μας και σε όλη αυτή την επικοινωνιακή «φασαρία» με τους ημιυπαίθριους. Δεν συζητάμε για την ουσία του στεγαστικού προβλήματος και τις τεράστιες κοινωνικές και περιβαλλοντικές του προεκτάσεις που εν τέλει είναι ζήτημα κουλτούρας και πολιτισμού, δηλαδή εξόχως πολιτικό, αλλά γιατί ο «πονηρός πολιτευτής» -για να χρησιμοποιήσω τα λόγια του Δ. Σαββόπουλου- βγήκε πάλι «παγανιά» για να μαζέψει για άλλη μια φορά με πλάγιο τρόπο λεφτά που του λείπουν από το δημόσιο κορβανά.
Μα, αφού είναι πια γνωστό πως το «δήλωσέ το και σώσε το» αλλοίωσε πρώτα τις συνειδήσεις των πολιτών και μετά ως φυσικό επακόλουθο κατέστρεψε το χτισμένο περιβάλλον του τόπου μας. Σαν μια άτυπη συμφωνία ανάμεσα στην πολιτεία και τον κάτοικο αυτής της χώρας πως στο μέλλον όλα πρόκειται να τακτοποιηθούν και να μην ανησυχεί. Μπορεί να πληρώσει κάτι περισσότερο, αλλά στο τέλος θα βγει σίγουρα «κερδισμένος». Το κανόνισε πάλι ο υπουργός και η περιοχή με τα αυθαίρετα μπήκε στο σχέδιο πόλης ή σήμερα θα νομιμοποιηθούν εμμέσως οι κλεισμένοι ημιυπαίθριοι και η παράδοξη και ιδιόμορφη αυτή «συναλλαγή» ανάμεσα στον πολιτευτή και τον ψηφοφόρο θα διαιωνίζεται εσαεί!
Ετσι είναι όλοι ευχαριστημένοι! Ο εργολάβος πούλησε τον κλειστό «ημιυπαίθριο», ο ιδιοκτήτης αγόρασε διαμέρισμα με περισσότερα τετραγωνικά, και τέλος, το κράτος εκβιάζοντας στην ουσία τους πολίτες, αυξάνει ετεροχρονισμένα και με τόκο τα έσοδά του. Μπορεί λοιπόν ατομικά να είναι όλοι φαινομενικά κερδισμένοι, αλλά ο μεγάλος και τραγικά χαμένος είμαστε Ολοι μας, αφού το αστικό περιβάλλον που δημιουργήσαμε όλα αυτά τα χρόνια και συνεχίζουμε να δημιουργούμε, σαν άλλο καθρέπτη της ζωής μας, είναι άναρχο, ακαλαίσθητο, ανοίκειο και αβίωτο.
Ο καθένας μας ατομικά βάζει ένα μικρό λιθαράκι στην ολοκληρωτική και μη αναστρέψιμη καταστροφή του «ευλογημένου» και πανέμορφου τόπου που μας κληροδότησαν οι προηγούμενες γενιές, έτσι που στο τέλος να τρέχουμε μακριά, μην αντέχοντας το περιβάλλον στο οποίο καθημερινά προσπαθούμε να ζήσουμε.
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 19/05/2005
Τετάρτη, Ιουλίου 01, 2009
Τρίτη, Ιουνίου 30, 2009
Η κρίση στην κατασκευή Δημοσίων Έργων
Ο Εργοληπτικός κόσμος της χώρας βιώνει μια από της μεγαλύτερες κρίσεις των τελευταίων δεκαετιών, μία κρίση χωρίς ορατό τέλος. Οι αιτίες θα μπορούσαν να εστιαστούν στα εξής σημεία :
Μεγάλες εκπτώσεις : Το μειοδοτικό σύστημα Σουφλιά με το όριο 12% των πρόσθετων εγγυήσεων και τα ενιαία τιμολόγια, απέτυχε παταγωδώς να συγκρατήσει τις μεγάλες εκπτώσεις λειτουργώντας ουσιαστικά σε βάρος των εργοληπτών και της ποιότητας των έργων και προς όφελος των Τραπεζών .
Καθυστερήσεις πληρωμών : Μέχρι το 2004 όλες οι Υπηρεσίες πλην ορισμένων Δήμων και ορισμένων προγραμμάτων χρηματοδότησης (π.χ. ΕΤΕΡΠΣ) πλήρωναν σε μέσο χρονικό διάστημα 2 μηνών. Τα τελευταία χρόνια έχει προκύψει μια γενικευμένη σε όλες σχεδόν τις Υπηρεσίες καθυστέρηση πληρωμών, ενώ ο ίδιος ο Υπουργός κατηγορούσε για τις καθυστερήσεις το Υπουργείο Οικονομικών προσπαθώντας να αποποιηθεί τις ευθύνες.
Μείωση προγράμματος Δ.Ε. – λήξη προγράμματος ΘΗΣΕΑ χωρίς να έχει δρομολογηθεί νέο πρόγραμμα έργων ΟΤΑ – Δραματική μείωση μικρών έργων ιδίως στην Περιφέρεια.
Γενικευμένη επέκταση των ΣΔΙΤ προς όφελος των Τραπεζών και των μεγάλων κατασκευαστικών ομίλων του Εξωτερικού.
Αδυναμίες του μειοδοτικού συστήματος τις οποίες βιώνουν όλοι οι Εργολήπτες με τη συρρίκνωση και το κλείσιμο πολλών επιχειρήσεων τους.
Εναγκαλισμός από τις τράπεζες με τις μεγάλες εγγυητικές και τις καθυστερήσεις πληρωμών.
Καθυστέρηση του ΕΣΠΑ 2007-2013 : Καμιά μέχρι σήμερα δημοπράτηση πολύ δε περισσότερο εκταμίευση.
Η ΠΑΣΚ μετά από διάλογο με όλες τις Εργοληπτικές Επιχειρήσεις έχει υποχρέωση να απαντήσει στο Πρόγραμμα της με συγκεκριμένες δεσμεύσεις τις οποίες θα υλοποιήσει και να παρουσιάσει ολοκληρωμένη πρόταση που μεταξύ άλλων θα περιλαμβάνει:
• Αύξηση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων
• Αναλυτικά και εξαρτημένα με την αγορά Τιμολόγια
• Νέο Σύστημα δημοπράτησης διαφορετικό για μικρά και μεγάλα Έργα
• Νομοθετική και με συγκεκριμένες κυρώσεις αντιμετώπιση των καθυστερήσεων πληρωμής
• Κατοχύρωση της προϋπόθεσης εκτέλεσης όλων των έργων από επιχειρήσεις ΜΕΕΠ
• Απλούστευση διαδικασιών ωρίμανσης , αδειοδοτήσεων , εκτέλεσης και πληρωμής
• Αποκέντρωση λειτουργιών Τεχνικών Συμβουλίων και περιορισμό της γραφειοκρατίας των έργων του ΕΣΠΑ 2007-2013
• Ισότιμη κατανομή μικρών – μεσαίων – μεγάλων έργων και αντικειμενική Διασπορά των έργων σε όλη την Περιφέρεια και τους Νομούς
• Ενιαία και σταθερό Πλαίσιο φορολόγησης
Μεγάλες εκπτώσεις : Το μειοδοτικό σύστημα Σουφλιά με το όριο 12% των πρόσθετων εγγυήσεων και τα ενιαία τιμολόγια, απέτυχε παταγωδώς να συγκρατήσει τις μεγάλες εκπτώσεις λειτουργώντας ουσιαστικά σε βάρος των εργοληπτών και της ποιότητας των έργων και προς όφελος των Τραπεζών .
Καθυστερήσεις πληρωμών : Μέχρι το 2004 όλες οι Υπηρεσίες πλην ορισμένων Δήμων και ορισμένων προγραμμάτων χρηματοδότησης (π.χ. ΕΤΕΡΠΣ) πλήρωναν σε μέσο χρονικό διάστημα 2 μηνών. Τα τελευταία χρόνια έχει προκύψει μια γενικευμένη σε όλες σχεδόν τις Υπηρεσίες καθυστέρηση πληρωμών, ενώ ο ίδιος ο Υπουργός κατηγορούσε για τις καθυστερήσεις το Υπουργείο Οικονομικών προσπαθώντας να αποποιηθεί τις ευθύνες.
Μείωση προγράμματος Δ.Ε. – λήξη προγράμματος ΘΗΣΕΑ χωρίς να έχει δρομολογηθεί νέο πρόγραμμα έργων ΟΤΑ – Δραματική μείωση μικρών έργων ιδίως στην Περιφέρεια.
Γενικευμένη επέκταση των ΣΔΙΤ προς όφελος των Τραπεζών και των μεγάλων κατασκευαστικών ομίλων του Εξωτερικού.
Αδυναμίες του μειοδοτικού συστήματος τις οποίες βιώνουν όλοι οι Εργολήπτες με τη συρρίκνωση και το κλείσιμο πολλών επιχειρήσεων τους.
Εναγκαλισμός από τις τράπεζες με τις μεγάλες εγγυητικές και τις καθυστερήσεις πληρωμών.
Καθυστέρηση του ΕΣΠΑ 2007-2013 : Καμιά μέχρι σήμερα δημοπράτηση πολύ δε περισσότερο εκταμίευση.
Η ΠΑΣΚ μετά από διάλογο με όλες τις Εργοληπτικές Επιχειρήσεις έχει υποχρέωση να απαντήσει στο Πρόγραμμα της με συγκεκριμένες δεσμεύσεις τις οποίες θα υλοποιήσει και να παρουσιάσει ολοκληρωμένη πρόταση που μεταξύ άλλων θα περιλαμβάνει:
• Αύξηση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων
• Αναλυτικά και εξαρτημένα με την αγορά Τιμολόγια
• Νέο Σύστημα δημοπράτησης διαφορετικό για μικρά και μεγάλα Έργα
• Νομοθετική και με συγκεκριμένες κυρώσεις αντιμετώπιση των καθυστερήσεων πληρωμής
• Κατοχύρωση της προϋπόθεσης εκτέλεσης όλων των έργων από επιχειρήσεις ΜΕΕΠ
• Απλούστευση διαδικασιών ωρίμανσης , αδειοδοτήσεων , εκτέλεσης και πληρωμής
• Αποκέντρωση λειτουργιών Τεχνικών Συμβουλίων και περιορισμό της γραφειοκρατίας των έργων του ΕΣΠΑ 2007-2013
• Ισότιμη κατανομή μικρών – μεσαίων – μεγάλων έργων και αντικειμενική Διασπορά των έργων σε όλη την Περιφέρεια και τους Νομούς
• Ενιαία και σταθερό Πλαίσιο φορολόγησης
Δευτέρα, Ιουνίου 29, 2009
Απόφαση για την Τράπεζα Αττικής
Το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος με απόφαση της Κεντρικής Αντιπροσωπείας, συναίνεσε τελικά στη συμμετοχή του ΤΣΜΕΔΕ σε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Αττικής ύψους 150 εκατομμυρίων ευρώ. Το ποσό αυτό είναι το ελάχιστο που απαιτούσε η Διοίκηση της Τράπεζας και δεν θα χρησιμοποιηθεί σε καμία περίπτωση για εξαγορά ή συγχώνευση άλλων τραπεζών. Ο προβληματισμός για τη σκοπιμότητα της συγκεκριμένης κίνησης παραμένει υπαρκτός παρά το γεγονός πως η παρέμβαση του ΤΕΕ απέτρεψε τα χειρότερα.
Κυριακή, Ιουνίου 14, 2009
Η Τράπεζα Αττικής και η αύξηση μετοχικού κεφαλαίου
Σε αντίθεση με την πρόσφατη απόφαση της Κεντρικής Αντιπροσωπείας του Τ.Ε.Ε. η Τράπεζα Αττικής φαίνεται αποφασισμένη να προχωρήσει τελικά σε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου.
Το παρακάτω κείμενο αποτελεί αναδημοσίευση άρθρου από το www.capital.gr . Το θέμα θα συζητηθεί και στην έκτακτη συνεδρίαση της Κεντρικής Αντιπροσωπείας του Τ.Ε.Ε. στις 27 Ιουνίου.
Το παρακάτω κείμενο αποτελεί αναδημοσίευση άρθρου από το www.capital.gr . Το θέμα θα συζητηθεί και στην έκτακτη συνεδρίαση της Κεντρικής Αντιπροσωπείας του Τ.Ε.Ε. στις 27 Ιουνίου.
ΑΜΚ 150-250 εκατ. ευρώ για την Τράπεζα Αττικής
Σε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά 150-250 εκατ. ευρώ θα προχωρήσει η Τράπεζα Αττικής, όπως άλλωστε είχε προαναγγείλει στην Τακτική Γενική Συνέλευση των μετόχων προ ενός μήνα ο Πρόεδρος της Τράπεζας κ. Τρύφων Κολλίντζας. Ο φάκελος για την αύξηση θα ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος του τρέχοντος μήνα, ενώ μέχρι τις 20 Ιουλίου αναμένεται να έχει πραγματοποιηθεί και η γενική συνέλευση που θα εγκρίνει την αύξηση.
Ποσό ύψους 100 περίπου εκατ. ευρώ θα διατεθεί για την αποπληρωμή του ελληνικού δημοσίου ώστε να «βγει» η τράπεζα από το πακέτο στήριξης του δημοσίου. Το υπόλοιπο ποσό θα διατεθεί για την οργανική ανάπτυξη της τράπεζας και κυρίως για τη δημιουργία νέων καταστημάτων. Αυτή τη στιγμή λειτουργούν 77 καταστήματα ενώ ο στόχος για να καλυφθεί το σύνολο της επικράτειας είναι τα 110 καταστήματα. Προτεραιότητα εννοείται θα δοθεί στις περιοχές που υπάρχουν επιμελητήρια καθώς το ταμείο των μηχανικών (ΤΣΜΕΔΕ) είναι και ιστορικά ο μεγαλύτερος μέτοχος της τράπεζας.
Αυτός άλλωστε είναι και ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους θεωρείται ουσιαστικά δεδομένο ότι θα καλυφθεί η αύξηση, καθώς το ΤΣΜΕΔΕ κατέχει ποσοστό σχεδόν 42% και φυσικά θα ασκήσει τα δικαιώματά του.
Σχεδόν δεδομένη θεωρείται και η συμμετοχή των υπόλοιπων μετόχων με σημαντικά ποσοστά. Το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο ελέγχει ποσοστό οριακά πάνω από 20% και το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ποσοστό οριακά χαμηλότερο από 20%.
Μάλιστα με δεδομένο ότι θα έχει προηγηθεί η αύξηση μετοχικού κεφαλαίου του ΤΤ, έχουν δει το φώς της δημοσιότητας σενάρια που θέλουν το Ταμιευτήριο να επιχειρεί την εξαγορά της Τράπεζας Αττικής. Το ενδεχόμενο αυτό εξαρτάται πάντως εν πολλοίς από τις προθέσεις του μεγαλύτερου μετόχου, δηλαδή του ΤΣΜΕΔΕ, που όμως δεν είναι εύκολο να λάβει απόφαση για την εκχώρηση της συμμετοχής του.
Ποσό ύψους 100 περίπου εκατ. ευρώ θα διατεθεί για την αποπληρωμή του ελληνικού δημοσίου ώστε να «βγει» η τράπεζα από το πακέτο στήριξης του δημοσίου. Το υπόλοιπο ποσό θα διατεθεί για την οργανική ανάπτυξη της τράπεζας και κυρίως για τη δημιουργία νέων καταστημάτων. Αυτή τη στιγμή λειτουργούν 77 καταστήματα ενώ ο στόχος για να καλυφθεί το σύνολο της επικράτειας είναι τα 110 καταστήματα. Προτεραιότητα εννοείται θα δοθεί στις περιοχές που υπάρχουν επιμελητήρια καθώς το ταμείο των μηχανικών (ΤΣΜΕΔΕ) είναι και ιστορικά ο μεγαλύτερος μέτοχος της τράπεζας.
Αυτός άλλωστε είναι και ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους θεωρείται ουσιαστικά δεδομένο ότι θα καλυφθεί η αύξηση, καθώς το ΤΣΜΕΔΕ κατέχει ποσοστό σχεδόν 42% και φυσικά θα ασκήσει τα δικαιώματά του.
Σχεδόν δεδομένη θεωρείται και η συμμετοχή των υπόλοιπων μετόχων με σημαντικά ποσοστά. Το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο ελέγχει ποσοστό οριακά πάνω από 20% και το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ποσοστό οριακά χαμηλότερο από 20%.
Μάλιστα με δεδομένο ότι θα έχει προηγηθεί η αύξηση μετοχικού κεφαλαίου του ΤΤ, έχουν δει το φώς της δημοσιότητας σενάρια που θέλουν το Ταμιευτήριο να επιχειρεί την εξαγορά της Τράπεζας Αττικής. Το ενδεχόμενο αυτό εξαρτάται πάντως εν πολλοίς από τις προθέσεις του μεγαλύτερου μετόχου, δηλαδή του ΤΣΜΕΔΕ, που όμως δεν είναι εύκολο να λάβει απόφαση για την εκχώρηση της συμμετοχής του.
Σάββατο, Ιουνίου 13, 2009
Master και Μηχανικοί στην επικαιρότητα.
Με πρωτοβουλία του πρύτανη του Ε.Μ.Π. και του Τ.Ε.Ε. επανέρχεται στην επικαιρότητα το θέμα της αναγνώρισης των διπλωμάτων των απόφοιτων μηχανικών των Ελληνικών Πολυτεχνείων ως master. Αναδημοσιεύεται σχετικό κείμενο από τη σελίδα www.dolnet.gr και το Newsroom του Δ.Ο.Λ.
Με μάστερ θα ισοδυναμούν στο εξής τα πενταετή πτυχία μηχανικών που χορηγεί το Πολυτεχνείο της Αθήνας με επικύρωση των πρυτανικών του αρχών, οι οποίες με αυτή την «αντάρτικη» μέθοδο παρακάμπτουν το υπουργείο Παιδείας που εδώ και χρόνια τούς έχει υποσχεθεί σχετική νομοθετική ρύθμιση αλλά δεν την έχει προχωρήσει.
Σύμφωνα με την εφημερίδα Τα Νέα, ο πρύτανης του Πολυτεχνείου Κ.Μουτζούρης ανακοίνωσε στη διάρκεια συνόδου των προέδρων και κοσμητόρων των Πολυτεχνικών Σχολών της χώρας που έγινε στα Χανιά, εδώ και λίγες ημέρες το ίδρυμα χορηγεί στους αποφοίτους του συμπληρωματικά πιστοποιητικά μαζί με το πτυχίο, στα οποία αναγράφεται ότι οι 5ετείς σπουδές των Πολυτεχνικών Σχολών αντιστοιχούν σε μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών.
Σε συνεννόηση, δε, με το Τεχνικό Επιμελητήριο, όπως είπε ο πρύτανης, θα ακολουθήσουν και προσφυγές στη Δικαιοσύνη για το ίδιο ζήτημα, προκειμένου το υπουργείο να σταματήσει να ολιγωρεί και να εξαναγκαστεί να προχωρήσει στη ρύθμιση.
Η αναβάθμιση του πτυχίου των Πολυτεχνείων σε μάστερ αποτελούσε πάγιο αίτημα όλων των Πολυτεχνείων της χώρας, που θεωρούν ότι υποβαθμίζονται συγκριτικά με τα Πολυτεχνεία άλλων χωρών, στα οποία οι σπουδές 5ετούς διάρκειας καταλήγουν σε πτυχίο και μάστερ, ενώ στη χώρα μας σε απλό πτυχίο.
Το υπουργείο Παιδείας, επί Μαριέττας Γιαννάκου ακόμα, είχε τοποθετηθεί θετικά στο αίτημα των Πολυτεχνικών Σχολών, όμως έκτοτε το ζήτημα πάγωσε και επανήλθε χθες στην επικαιρότητα με την απόφαση του Πολυτεχνείου Αθήνας, που ουσιαστικά παραγκωνίζει το υπουργείο Παιδείας και χορηγεί στους αποφοίτους του τη δυνατότητα να κάνουν απευθείας διδακτορικές σπουδές στα ελληνικά και ξένα Πανεπιστήμια.
Ανάλογες κινήσεις αναμένονται το επόμενο διάστημα και από τα υπόλοιπα Πολυτεχνεία και Πολυτεχνικές Σχολές της χώρας, καθώς οι πρυτάνεις και οι κοσμήτορές τους αποφάσισαν πλέον να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους και να πιέσουν με αυτό τον τρόπο το υπουργείο Παιδείας να προχωρήσει στην έκδοση του απαιτούμενου Προεδρικού Διατάγματος για την επίσημη αναγνώριση της ισοτιμίας.
Με μάστερ θα ισοδυναμούν στο εξής τα πενταετή πτυχία μηχανικών που χορηγεί το Πολυτεχνείο της Αθήνας με επικύρωση των πρυτανικών του αρχών, οι οποίες με αυτή την «αντάρτικη» μέθοδο παρακάμπτουν το υπουργείο Παιδείας που εδώ και χρόνια τούς έχει υποσχεθεί σχετική νομοθετική ρύθμιση αλλά δεν την έχει προχωρήσει.
Σύμφωνα με την εφημερίδα Τα Νέα, ο πρύτανης του Πολυτεχνείου Κ.Μουτζούρης ανακοίνωσε στη διάρκεια συνόδου των προέδρων και κοσμητόρων των Πολυτεχνικών Σχολών της χώρας που έγινε στα Χανιά, εδώ και λίγες ημέρες το ίδρυμα χορηγεί στους αποφοίτους του συμπληρωματικά πιστοποιητικά μαζί με το πτυχίο, στα οποία αναγράφεται ότι οι 5ετείς σπουδές των Πολυτεχνικών Σχολών αντιστοιχούν σε μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών.
Σε συνεννόηση, δε, με το Τεχνικό Επιμελητήριο, όπως είπε ο πρύτανης, θα ακολουθήσουν και προσφυγές στη Δικαιοσύνη για το ίδιο ζήτημα, προκειμένου το υπουργείο να σταματήσει να ολιγωρεί και να εξαναγκαστεί να προχωρήσει στη ρύθμιση.
Η αναβάθμιση του πτυχίου των Πολυτεχνείων σε μάστερ αποτελούσε πάγιο αίτημα όλων των Πολυτεχνείων της χώρας, που θεωρούν ότι υποβαθμίζονται συγκριτικά με τα Πολυτεχνεία άλλων χωρών, στα οποία οι σπουδές 5ετούς διάρκειας καταλήγουν σε πτυχίο και μάστερ, ενώ στη χώρα μας σε απλό πτυχίο.
Το υπουργείο Παιδείας, επί Μαριέττας Γιαννάκου ακόμα, είχε τοποθετηθεί θετικά στο αίτημα των Πολυτεχνικών Σχολών, όμως έκτοτε το ζήτημα πάγωσε και επανήλθε χθες στην επικαιρότητα με την απόφαση του Πολυτεχνείου Αθήνας, που ουσιαστικά παραγκωνίζει το υπουργείο Παιδείας και χορηγεί στους αποφοίτους του τη δυνατότητα να κάνουν απευθείας διδακτορικές σπουδές στα ελληνικά και ξένα Πανεπιστήμια.
Ανάλογες κινήσεις αναμένονται το επόμενο διάστημα και από τα υπόλοιπα Πολυτεχνεία και Πολυτεχνικές Σχολές της χώρας, καθώς οι πρυτάνεις και οι κοσμήτορές τους αποφάσισαν πλέον να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους και να πιέσουν με αυτό τον τρόπο το υπουργείο Παιδείας να προχωρήσει στην έκδοση του απαιτούμενου Προεδρικού Διατάγματος για την επίσημη αναγνώριση της ισοτιμίας.
Τετάρτη, Ιουνίου 10, 2009
Παρασκευή, Ιουνίου 05, 2009
Ανάπτυξη ή Περιβάλλον; Απάντηση: Πράσινη Ανάπτυξη...
Το φαινόμενο της ανάπτυξης μπορεί να θεωρηθεί ότι ξεκίνησε όταν για πρώτη φορά ο άνθρωπος επενέβη στο φυσικό περιβάλλον του. Η αντιπαράθεση «ανάπτυξη ή περιβάλλον» φαινόταν να έχει διλληματικό χαρακτήρα ανάμεσα στις περισσότερες κυβερνήσεις του πλανήτη. Οι αντιλήψεις π.χ. για την περιφερειακή ανάπτυξη και τη μείωση των ανισοτήτων σπάνια ήταν μέχρι και πρόσφατα συμβατές με τις αρχές της περιβαλλοντικής πολιτικής. Σήμερα, όμως, η αντιπαράθεση ανάμεσα στην προστασία του περιβάλλοντος και την ανάπτυξη παραμένει ενεργή, αλλάζοντας όμως μορφή. Κανείς πλέον δεν αμφισβητεί την αναγκαιότητα μιας περιβαλλοντικής πολιτικής και αυτό γιατί η ανάπτυξη, για να συνεχισθεί απρόσκοπτα, θα πρέπει να χρησιμοποιεί ορθολογικά τους φυσικούς πόρους. Η αειφορία έχει σημαντική κοινωνική διάσταση που βασίζεται στην αλληλεγγύη μεταξύ των σημερινών ανθρώπων αλλά και μεταξύ των γενεών.
Η πράσινη ανάπτυξη προωθεί κυρίως την παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές και την εξοικονόμηση ενέργειας. Η έννοια της πράσινης ανάπτυξης δεν έχει ακόμα αποκτήσει διεθνώς μια σαφώς καθορισμένη σημασία. Παρόλα αυτά, αν θέλαμε να διακρίνουμε κάποια χαρακτηριστικά της έννοιας αυτής, θα στεκόμασταν στα παρακάτω σημεία:
Βασική επιδίωξη είναι η επίτευξη οικονομικής ανάπτυξης χωρίς επιδείνωση των περιβαλλοντικών προβλημάτων. Με άλλα λόγια, η πολιτική της πράσινης ανάπτυξης θα πρέπει να έχει ως στόχο την αποσύνδεση του ρυθμού ανάπτυξης μιας χώρας με το ρυθμό περιβαλλοντικής υποβάθμισης. Η αποσύνδεση αυτή προωθείται με την θέσπιση υποχρεώσεων για τους χρήστες ώστε να κάνουν λογική χρήση των πόρων.
Δεύτερη επιδίωξη αποτελεί η αλλαγή του σπάταλου τρόπου ζωής, με συγκράτηση της υπερβολικής κατανάλωσης πόρων. Πολύ αποτελεσματική εξοικονόμηση μπορεί να επιτευχθεί με τεχνολογικές βελτιώσεις και καινοτομίες. Στον αγροτικό τομέα, η άρδευση με κατάλληλα συστήματα μπορεί να μειώσει την σπατάλη νερού. Στα κτήρια, μεγάλη μείωση της ενεργειακής σπατάλης για θέρμανση και κλιματισμό επιτυγχάνεται με την εφαρμογή νέων τεχνολογιών. Παρόμοιες δυνατότητες υπάρχουν στον τομέα των μεταφορών, σε προϊόντα που γρήγορα μετατρέπονται σε απορρίμματα κ.λπ.
Τρίτο βήμα είναι να αξιοποιήσουμε την τεχνολογία. Οι περισσότερες από τις παλιές τεχνολογίες δεν είναι περιβαλλοντικά φιλικές. Ο τρόπος εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων συνδέεται άμεσα με το είδος της χρησιμοποιούμενης τεχνολογίας. Ήπιες τεχνολογίες είναι όσες εξασφαλίζουν ανανεωσιμότητα των πόρων και προστασία του περιβάλλοντος. Παραδείγματα αποτελούν οι καθαρότερες τεχνολογίες παραγωγής ενέργειας, βιομηχανικών και αγροτικών προϊόντων, οι διάφορες αντιρρυπαντικές τεχνολογίες, η ανακύκλωση στερεών, υγρών και αέριων αποβλήτων, η υποκατάσταση επικίνδυνων ή τοξικών προϊόντων, η υποκατάσταση μη αναγκαίων μεταφορών μέσω πληροφορικής και τηλεπικοινωνιών κλπ.
Σαν τέταρτο βήμα, αλλά εξίσου ή περισσότερο σημαντικό, θα πρέπει να δούμε την πράσινη ανάπτυξη ως μια ευκαιρία για δημιουργία απασχόλησης. Οι δραστηριότητες προστασίας του περιβάλλοντος, όπως η εξοικονόμηση ενέργειας και άλλων πόρων, η αντιρρυπαντική τεχνολογία, η υποκατάσταση τοξικών υλικών, η ανακύκλωση αποβλήτων, η εφαρμογή νέων μεθόδων καθαρότερης παραγωγής, η οργάνωση και αξιοποίηση της προστασίας της φύσης κ.λπ. δημιουργούν πολλές θέσεις εργασίας και ιδιαίτερα σε τομείς της οικονομίας που σήμερα βρίσκονται σε ύφεση.
Τελειώνοντας, θα παραθέσω ένα επιχείρημα που ενισχύει τα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω: Η πράσινη ανάπτυξη αναμένεται να αποφέρει 256.000 ως 403.500 θέσεις εργασίας στην Ελλάδα ως το 2020, σύμφωνα με έκθεση της Greenpeace, η οποία παρουσιάστηκε στις 2/6/2009 σε συνέντευξη τύπου. Σύμφωνα με αυτή την έκθεση, η επιλογή αυτή όχι μόνο εγγυάται μία διέξοδο από την οικονομική κρίση, αλλά αποτελεί και τη μόνη δυνατή για την καταπολέμηση των κλιματικών αλλαγών και την υπέρβαση της περιβαλλοντικής κρίσης του πλανήτη μας. Όπως αναφέρεται, από τις παραπάνω θέσεις εργασίας, 98.500-155.000 αφορούν σε “πράσινες” θέσεις πλήρους απασχόλησης στους τομείς της ενέργειας, των κατασκευών, της ανακύκλωσης και της γεωργίας, ενώ οι υπόλοιπες είναι έμμεσες θέσεις απασχόλησης, που πυροδοτούνται από τη στροφή στην πράσινη ανάπτυξη σε ευρύτερους τομείς της οικονομίας, λόγω τόνωσης της κατανάλωσης.
Η πράσινη ανάπτυξη προωθεί κυρίως την παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές και την εξοικονόμηση ενέργειας. Η έννοια της πράσινης ανάπτυξης δεν έχει ακόμα αποκτήσει διεθνώς μια σαφώς καθορισμένη σημασία. Παρόλα αυτά, αν θέλαμε να διακρίνουμε κάποια χαρακτηριστικά της έννοιας αυτής, θα στεκόμασταν στα παρακάτω σημεία:
Βασική επιδίωξη είναι η επίτευξη οικονομικής ανάπτυξης χωρίς επιδείνωση των περιβαλλοντικών προβλημάτων. Με άλλα λόγια, η πολιτική της πράσινης ανάπτυξης θα πρέπει να έχει ως στόχο την αποσύνδεση του ρυθμού ανάπτυξης μιας χώρας με το ρυθμό περιβαλλοντικής υποβάθμισης. Η αποσύνδεση αυτή προωθείται με την θέσπιση υποχρεώσεων για τους χρήστες ώστε να κάνουν λογική χρήση των πόρων.
Δεύτερη επιδίωξη αποτελεί η αλλαγή του σπάταλου τρόπου ζωής, με συγκράτηση της υπερβολικής κατανάλωσης πόρων. Πολύ αποτελεσματική εξοικονόμηση μπορεί να επιτευχθεί με τεχνολογικές βελτιώσεις και καινοτομίες. Στον αγροτικό τομέα, η άρδευση με κατάλληλα συστήματα μπορεί να μειώσει την σπατάλη νερού. Στα κτήρια, μεγάλη μείωση της ενεργειακής σπατάλης για θέρμανση και κλιματισμό επιτυγχάνεται με την εφαρμογή νέων τεχνολογιών. Παρόμοιες δυνατότητες υπάρχουν στον τομέα των μεταφορών, σε προϊόντα που γρήγορα μετατρέπονται σε απορρίμματα κ.λπ.
Τρίτο βήμα είναι να αξιοποιήσουμε την τεχνολογία. Οι περισσότερες από τις παλιές τεχνολογίες δεν είναι περιβαλλοντικά φιλικές. Ο τρόπος εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων συνδέεται άμεσα με το είδος της χρησιμοποιούμενης τεχνολογίας. Ήπιες τεχνολογίες είναι όσες εξασφαλίζουν ανανεωσιμότητα των πόρων και προστασία του περιβάλλοντος. Παραδείγματα αποτελούν οι καθαρότερες τεχνολογίες παραγωγής ενέργειας, βιομηχανικών και αγροτικών προϊόντων, οι διάφορες αντιρρυπαντικές τεχνολογίες, η ανακύκλωση στερεών, υγρών και αέριων αποβλήτων, η υποκατάσταση επικίνδυνων ή τοξικών προϊόντων, η υποκατάσταση μη αναγκαίων μεταφορών μέσω πληροφορικής και τηλεπικοινωνιών κλπ.
Σαν τέταρτο βήμα, αλλά εξίσου ή περισσότερο σημαντικό, θα πρέπει να δούμε την πράσινη ανάπτυξη ως μια ευκαιρία για δημιουργία απασχόλησης. Οι δραστηριότητες προστασίας του περιβάλλοντος, όπως η εξοικονόμηση ενέργειας και άλλων πόρων, η αντιρρυπαντική τεχνολογία, η υποκατάσταση τοξικών υλικών, η ανακύκλωση αποβλήτων, η εφαρμογή νέων μεθόδων καθαρότερης παραγωγής, η οργάνωση και αξιοποίηση της προστασίας της φύσης κ.λπ. δημιουργούν πολλές θέσεις εργασίας και ιδιαίτερα σε τομείς της οικονομίας που σήμερα βρίσκονται σε ύφεση.
Τελειώνοντας, θα παραθέσω ένα επιχείρημα που ενισχύει τα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω: Η πράσινη ανάπτυξη αναμένεται να αποφέρει 256.000 ως 403.500 θέσεις εργασίας στην Ελλάδα ως το 2020, σύμφωνα με έκθεση της Greenpeace, η οποία παρουσιάστηκε στις 2/6/2009 σε συνέντευξη τύπου. Σύμφωνα με αυτή την έκθεση, η επιλογή αυτή όχι μόνο εγγυάται μία διέξοδο από την οικονομική κρίση, αλλά αποτελεί και τη μόνη δυνατή για την καταπολέμηση των κλιματικών αλλαγών και την υπέρβαση της περιβαλλοντικής κρίσης του πλανήτη μας. Όπως αναφέρεται, από τις παραπάνω θέσεις εργασίας, 98.500-155.000 αφορούν σε “πράσινες” θέσεις πλήρους απασχόλησης στους τομείς της ενέργειας, των κατασκευών, της ανακύκλωσης και της γεωργίας, ενώ οι υπόλοιπες είναι έμμεσες θέσεις απασχόλησης, που πυροδοτούνται από τη στροφή στην πράσινη ανάπτυξη σε ευρύτερους τομείς της οικονομίας, λόγω τόνωσης της κατανάλωσης.
Πέμπτη, Ιουνίου 04, 2009
AC/DC
Την προηγούμενη εβδομάδα εμφανίστηκαν μπροστά σε 50.000 θεατές στο Ολυμπιακό Στάδιο της Αθήνας οι AC/DC ένα από τα συγκροτήματα με τους φανατικότερους θαυμαστές στην Ελλάδα. Παρακολούθησα με ενδιαφέρον τη φρενίτιδα που είχε κυριεύσει τους «σχετικά προχωρημένης ηλικίας», και όχι μόνο, οπαδούς του συγκροτήματος πριν αλλά και μετά από τη συναυλία και ομολογώ πως ίσως για πρώτη φορά αποδέχτηκα τον ισχυρισμό πως οι AC/DC είναι ένα σημαντικό συγκρότημα στην ιστορία της ροκ μουσικής.
Γυρίζοντας πίσω στη δεκαετία του 80 μπορώ ξεκάθαρα να ισχυριστώ πως ο ήχος των AC/DC ποτέ δεν με συγκίνησε, το αντίθετο μάλιστα. Αυτές τις ημέρες όμως βλέποντας τη λατρεία των πενηντάρηδων, σαραντάρηδων και τριαντάρηδων για το συγκρότημα, αισθάνθηκα να έχω μαζί τους κάτι κοινό. Το πάθος για τη μουσική, όποια κι αν θεωρεί ο καθένας από εμάς καλή μουσική, το πάθος για κάτι που μπορούσε να μας συνεπάρει όταν ήμασταν νέοι και παραμένει μέσα μας ισχυρό όσα χρόνια κι αν περάσουν. Το πάθος για κάτι αυθεντικό ακόμα κι΄αν δεν ταιριάζει στην ιδιοσυγκρασία μου. Τότε μου φαινόταν ακαταλαβίστικη η προτίμηση ορισμένων φίλων μου στο Heavy Metal (ευτυχώς δεν ήταν πολλοί). Αργότερα όταν έγιναν μόδα τα ελληνάδικα στην παραλιακή κατάλαβα πως υπάρχουν και χειρότερα.
Άλλωστε με το πέρασμα του χρόνου μπορείς να εκτιμήσεις πιο αντικειμενικά, γεγονότα και καταστάσεις. (Μην περιμένετε όμως ποτέ να αποδεχτώ πως ο Παναθηναϊκός κατάφερε τελικά να δημιουργήσει μία μεγάλη ομάδα στο μπάσκετ. Ακόμη και η αντικειμενικότητα έχει τα όριά της.)
Υπάρχουν πολλά παραδείγματα συγκροτημάτων και καλλιτεχνών που όταν θα έπρεπε δεν ήταν ψηλά στις προτιμήσεις μου και μεγαλώνοντας εκτίμησα τη μουσική τους. Δυο παραδείγματα που μου έρχονται πρόχειρα στο μυαλό είναι ο Chris Rea και οι Depeche Mode (τους οποίους προσπάθησα πρόσφατα να παρακολουθήσω για πρώτη φορά από κοντά αλλά….. «enjoy the silence»).
Σίγουρα δεν πρόκειται ποτέ να ακούσω τη μουσική των AC/DC ούτε να πάω σε συναυλία τους, αλλά πλέον κατανοώ πλήρως αυτούς που το κάνουν και παραδέχομαι πως στη ραπτομηχανή της Margaret Young οφείλει το όνομά του ένα συγκρότημα μύθος για το Heavy Metal και τη ροκ μουσική.
Γυρίζοντας πίσω στη δεκαετία του 80 μπορώ ξεκάθαρα να ισχυριστώ πως ο ήχος των AC/DC ποτέ δεν με συγκίνησε, το αντίθετο μάλιστα. Αυτές τις ημέρες όμως βλέποντας τη λατρεία των πενηντάρηδων, σαραντάρηδων και τριαντάρηδων για το συγκρότημα, αισθάνθηκα να έχω μαζί τους κάτι κοινό. Το πάθος για τη μουσική, όποια κι αν θεωρεί ο καθένας από εμάς καλή μουσική, το πάθος για κάτι που μπορούσε να μας συνεπάρει όταν ήμασταν νέοι και παραμένει μέσα μας ισχυρό όσα χρόνια κι αν περάσουν. Το πάθος για κάτι αυθεντικό ακόμα κι΄αν δεν ταιριάζει στην ιδιοσυγκρασία μου. Τότε μου φαινόταν ακαταλαβίστικη η προτίμηση ορισμένων φίλων μου στο Heavy Metal (ευτυχώς δεν ήταν πολλοί). Αργότερα όταν έγιναν μόδα τα ελληνάδικα στην παραλιακή κατάλαβα πως υπάρχουν και χειρότερα.
Άλλωστε με το πέρασμα του χρόνου μπορείς να εκτιμήσεις πιο αντικειμενικά, γεγονότα και καταστάσεις. (Μην περιμένετε όμως ποτέ να αποδεχτώ πως ο Παναθηναϊκός κατάφερε τελικά να δημιουργήσει μία μεγάλη ομάδα στο μπάσκετ. Ακόμη και η αντικειμενικότητα έχει τα όριά της.)
Υπάρχουν πολλά παραδείγματα συγκροτημάτων και καλλιτεχνών που όταν θα έπρεπε δεν ήταν ψηλά στις προτιμήσεις μου και μεγαλώνοντας εκτίμησα τη μουσική τους. Δυο παραδείγματα που μου έρχονται πρόχειρα στο μυαλό είναι ο Chris Rea και οι Depeche Mode (τους οποίους προσπάθησα πρόσφατα να παρακολουθήσω για πρώτη φορά από κοντά αλλά….. «enjoy the silence»).
Σίγουρα δεν πρόκειται ποτέ να ακούσω τη μουσική των AC/DC ούτε να πάω σε συναυλία τους, αλλά πλέον κατανοώ πλήρως αυτούς που το κάνουν και παραδέχομαι πως στη ραπτομηχανή της Margaret Young οφείλει το όνομά του ένα συγκρότημα μύθος για το Heavy Metal και τη ροκ μουσική.
Δευτέρα, Ιουνίου 01, 2009
Απόφαση Συνεδρίασης Κεντρικής Αντιπροσωπείας Τ.Ε.Ε. για την Αύξηση Μετοχικού Κεφαλαίου της Τράπεζας Αττικής
Στη Συνεδρίαση της Κεντρικής Αντιπροσωπείας το Σάββατο 30 Μαΐου συζητήθηκε το θέμα της Αύξησης του Μετοχικού Κεφαλαίου της Τράπεζας Αττικής. Με μεγάλη πλειοψηφία η Αντιπροσωπεία του Τ.Ε.Ε. υιοθέτησε την πρόταση που κατατέθηκε από το Γενικό Γραμματέα του Τ.Ε.Ε (που υπογραφόταν και από τους Γ. Τσουκαλά και Χ. Φωτόπουλο) έτσι όπως διαμορφώθηκε μετά την ενοποίησή της με την πρόταση που κατέθεσαν οι Κ. Μακέδος, Σ. Αλεξιάδης και άλλα μέλη της Αντιπροσωπείας.
Με την απόφαση αυτή εκφράζεται η διαφωνία του Τ.Ε.Ε. στην Αύξηση του Μετοχικού Κεφαλαίου αν δεν ικανοποιηθούν προηγουμένως συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Το πλήρες κείμενο της απόφασης έχει ως εξής:
Η Αντιπροσωπεία του Τ.Ε.Ε. εκφράζει τον ενδιαφέρον της για τις εξελίξεις στην Attica Bank και θεωρεί ότι η πιθανή νέα αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Attica Bank είναι θέμα ιδιαίτερης σημασίας για τα συμφέροντα των μηχανικών και την ασφαλιστική τους προοπτική.
Κατόπιν αυτού αδυνατεί να συναινέσει στο ενδεχόμενο της αύξησης με αυτόν τον τρόπο, χωρίς αναλυτική ενημέρωση και εισήγηση από τη Διοικούσα Επιτροπή και τη Διοίκηση της Τράπεζας. Η Αντιπροσωπεία ζητάει την παρουσίαση των όρων της αύξησης και του ύψους αυτής, καθώς και το επιχειρησιακό σχέδιο (business plan) που θα διασφαλίζει τη μελλοντική αξιοποίηση των κεφαλαίων. Διαφορετικά να μην προχωρήσει η αύξηση μετοχικού κεφαλαίου.
Επομένως η Αντιπροσωπεία του Τ.Ε.Ε. ζητά την αναβολή της απόφασης για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Attica Bank, μέχρι να μας δοθεί η έκθεση – πρόταση του ειδικού χρηματοοικονομικού συμβούλου, όπου θα πρέπει να αναφέρονται τα εξής:
1. Ποια είναι η σημερινή πραγματική οικονομική κατάσταση της Τράπεζας.
2. Τι έγινε η προηγούμενη επένδυσή μας των 131.300.000 € (και από την προηγούμενη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου) και μέχρι ποιου σημείου προχώρησε το τότε επιχειρηματικό – αναπτυξιακό σχέδιο της Τράπεζας με την ίδρυση των δεκαοκτώ νέων καταστημάτων.
3. Ποιο ποσό είναι το ελάχιστο που απαιτείται και εξασφαλίζει το μέλλον της επένδυσής μας και με ποιο επιχειρηματικό σχέδιο αυτό θα επιτευχθεί.
Τέλος, εφόσον απαιτηθεί, να συγκληθεί έκτακτη Αντιπροσωπεία για τις περαιτέρω αποφάσεις μας.
Με την απόφαση αυτή εκφράζεται η διαφωνία του Τ.Ε.Ε. στην Αύξηση του Μετοχικού Κεφαλαίου αν δεν ικανοποιηθούν προηγουμένως συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Το πλήρες κείμενο της απόφασης έχει ως εξής:
Η Αντιπροσωπεία του Τ.Ε.Ε. εκφράζει τον ενδιαφέρον της για τις εξελίξεις στην Attica Bank και θεωρεί ότι η πιθανή νέα αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Attica Bank είναι θέμα ιδιαίτερης σημασίας για τα συμφέροντα των μηχανικών και την ασφαλιστική τους προοπτική.
Κατόπιν αυτού αδυνατεί να συναινέσει στο ενδεχόμενο της αύξησης με αυτόν τον τρόπο, χωρίς αναλυτική ενημέρωση και εισήγηση από τη Διοικούσα Επιτροπή και τη Διοίκηση της Τράπεζας. Η Αντιπροσωπεία ζητάει την παρουσίαση των όρων της αύξησης και του ύψους αυτής, καθώς και το επιχειρησιακό σχέδιο (business plan) που θα διασφαλίζει τη μελλοντική αξιοποίηση των κεφαλαίων. Διαφορετικά να μην προχωρήσει η αύξηση μετοχικού κεφαλαίου.
Επομένως η Αντιπροσωπεία του Τ.Ε.Ε. ζητά την αναβολή της απόφασης για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Attica Bank, μέχρι να μας δοθεί η έκθεση – πρόταση του ειδικού χρηματοοικονομικού συμβούλου, όπου θα πρέπει να αναφέρονται τα εξής:
1. Ποια είναι η σημερινή πραγματική οικονομική κατάσταση της Τράπεζας.
2. Τι έγινε η προηγούμενη επένδυσή μας των 131.300.000 € (και από την προηγούμενη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου) και μέχρι ποιου σημείου προχώρησε το τότε επιχειρηματικό – αναπτυξιακό σχέδιο της Τράπεζας με την ίδρυση των δεκαοκτώ νέων καταστημάτων.
3. Ποιο ποσό είναι το ελάχιστο που απαιτείται και εξασφαλίζει το μέλλον της επένδυσής μας και με ποιο επιχειρηματικό σχέδιο αυτό θα επιτευχθεί.
Τέλος, εφόσον απαιτηθεί, να συγκληθεί έκτακτη Αντιπροσωπεία για τις περαιτέρω αποφάσεις μας.
Σάββατο, Μαΐου 23, 2009
ΤΣΜΕΔΕ και Τράπεζα Αττικής
Όταν πριν από ενάμιση χρόνο κατατέθηκε το νομοσχέδιο για την ενοποίηση των ασφαλιστικών ταμείων των επιστημόνων που οδήγησε τελικά στην κατάργηση του ΤΣΜΕΔΕ, ένα από τα επιχειρήματα του ΤΕΕ ενάντια στην ενοποίηση ήταν η διαχείριση των αποθεματικών σε συνάρτηση και με το ποσοστό που κατείχε το ΤΣΜΕΔΕ (42%) ως βασικός μέτοχος στην Τράπεζα Αττικής.
Δυστυχώς οι φόβοι μας για τα αποθεματικά του Ταμείου μας, που είναι χρήματα των μηχανικών επιβεβαιώνονται με το χειρότερο τρόπο. Το σενάριο που εξελίσσεται είναι αυτό που είχαμε προβλέψει από την αρχή και ίσως πολύ χειρότερο απ΄ ότι φανταζόμασταν. Ο στόχος της κυβέρνησης είναι να χρησιμοποιήσει τα αποθεματικά του ΤΣΜΕΔΕ για τραπεζικά deals αμφιβόλου αποτελεσματικότητας.
Πληροφορηθήκαμε πως η Τράπεζα Αττικής σκοπεύει να προχωρήσει σε νέα Αύξηση Μετοχικού Κεφαλαίου της τάξης των 250 έως 300 εκατομμύρια ευρώ κάτι που θα επιβαρύνει το Ταμείο μας με 100 έως 120 εκατομμύρια €. Ταυτόχρονα δημοσιεύματα αναφέρονται σε συζητήσεις για την εξαγορά από την Αττικής της πιο προβληματικής και χρεωμένης τράπεζας της ASPIS. Δεν μπορούμε να συναινέσουμε ώστε να χρησιμοποιηθούν τα χρήματα των μηχανικών για να καλυφθούν τα χρέη επιχειρήσεων και επιχειρηματιών.
Τα κεφάλαια που ξοδεύονται από το υστέρημα των μηχανικών για την κεφαλαιακή ενίσχυση της Τράπεζας ΑΤΤΙΚΗΣ, είναι κεφάλαια που θα λείψουν αύριο από τις συντάξεις μας.
Διαχρονικά, η απόδοση των χρημάτων, που έχουν επενδυθεί στην Τράπεζα είναι εξαιρετικά χαμηλή, καθώς τα μερίσματα που εισπράττονται (τις χρονιές που η Τράπεζα έχει κέρδη), είναι αμελητέα.
Παρόλα αυτά, πρόσφατα (2007), το ταμείο μας ξόδεψε πάνω από 60.000.000€ σε αύξηση, που σχεδόν διπλασίασε τα κεφάλαια της Τράπεζας. Τώρα δύο μόλις χρόνια μετά και χωρίς να υπάρχει συγκεκριμένο και αξιόπιστο επενδυτικό πλάνο και αφού πλέον έχει μεσολαβήσει η κατάργηση του ΤΣΜΕΔΕ και η εμπλοκή του ΕΤΑΑ στη διαχείριση, κάτι που πρέπει να μας κάνει ιδιαίτερα επιφυλακτικούς και καχύποπτους σε τέτοιες κινήσεις, επιχειρείται με άκομψο τρόπο η υφαρπαγή της σύμφωνης γνώμης των μελών της Δ.Ε του Ταμείου και του Τ.Ε.Ε.
Ποιος μπορεί να μας εγγυηθεί, και την αξιοπρεπή απόδοση, και την δυνατότητα επιστροφής των χρημάτων αυτών στο ταμείο μας, όταν θα τα έχουν οι μηχανικοί ανάγκη;
Στην παρούσα φάση της γενικότερης κρίσης, η ΑΤΤΙΚΗΣ χάρη πάνω απ΄ όλα στην πλουσιοπάροχη ενίσχυση των μετόχων της, είναι μια υγιής Τράπεζα. Από την άλλη πλευρά, τα κέρδη της είναι πενιχρά, ενώ και το μέγεθός της είναι αμελητέο (από πλευράς ενεργητικού βρίσκεται μόλις στην 12η με 13η θέση, σε σχέση με τις υπόλοιπες Τράπεζες).
Νομίζω, ότι η ευχέρεια που έχει η Τράπεζα στο να αντλεί κεφάλαια από τους μετόχους της λειτουργεί τελικά σε βάρος της βέλτιστης χρήσης των κεφαλαίων αυτών.
Χωρίς καμιά διάθεση συνθηματολογίας και αφοριστικών διατυπώσεων, θέλω να εκθέσω επιγραμματικά τους λόγους για τους οποίους η ΑΤΤΙΚΗΣ ούτε για την ίδια, αλλά πολύ περισσότερο ούτε και για το Ταμείο των Μηχανικών, συμφέρει να προχωρήσει σε νέα αύξηση:
1. Η απόδοση των κεφαλαίων της Τράπεζας, υπολείπεται του μέσου όρου του τραπεζικού τομέα για κάθε χρόνο ξεχωριστά, επί μακρά σειρά ετών.
2. Οι ρυθμοί ανάπτυξης της Τράπεζας είναι ανεπαρκείς και χάνει θέσεις σε σχέση με τον ανταγωνισμό. Η ανάπτυξη με αιχμή τις χορηγήσεις, που ήταν και ο εύκολος δρόμος για την επίτευξη κερδών κατά την εποχή των «παχιών αγελάδων», αποδείχθηκε λάθος.
3. Η επιδιωκόμενη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου σημαίνει την εκ νέου δέσμευση σημαντικών πόρων από τα διαθέσιμα του ΤΣΜΕΔΕ, χωρίς κάποια προοπτική αξιόλογης απόδοσης στο μέλλον.
4. Ιδιαίτερα δε η αδιαφανής σύνδεση της ΑΤΤΙΚΗΣ με το ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ, μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά ζημιογόνα για τους μηχανικούς, που με 42% αποτελούν και τον ισχυρότερο μέτοχο.
5. Τα παραπάνω, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η Τράπεζα παραμένει υγιής και με ισχυρά κεφάλαια κάνουν την προτεινόμενη αύξηση, να είναι και μειωμένης χρησιμότητας για την ίδια την Τράπεζα, αλλά και οικονομικά ασύμφορη για τον πλειοψηφούντα μέτοχο.
To T.E.E. οφείλει να προβληματιστεί έντονα για τη διαχείριση των χρημάτων των ασφαλισμένων μηχανικών και όχι να λειτουργήσει ως όψιμος τραπεζίτης.
Σε κάθε περίπτωση το ζητούμενο πρωτίστως είναι η διαφύλαξη των αποθεματικών του ΤΣΜΕΔΕ και όχι το όφελος της Τράπεζας. Το σενάριο ήταν προκαθορισμένο και οι εκπρόσωποι του Τ.Ε.Ε. και των άλλων οργανώσεων των μηχανικών θα έπρεπε να ήταν έτοιμοι να το αντιμετωπίσουν.
Είναι αναγκαίο να συνειδητοποιήσουμε όλοι μας πως τα αποθεματικά του Ταμείου των Μηχανικών δεν αποτελούν προσωπική υπόθεση κανενός. Ούτε είναι θέμα που επιδέχεται παραταξιακές αντιλήψεις. Γι΄ αυτό θα πρέπει να το αντιμετωπίσουμε με σύνεση και υπευθυνότητα. Η Διοικούσα Επιτροπή του Τ.Ε.Ε. (όπως άλλωστε γινόταν και στο παρελθόν) αφού ενημερωθεί πλήρως, θα πρέπει να δώσει την κατεύθυνση στους εκπροσώπους των μηχανικών που συμμετέχουν στα αντίστοιχα όργανα όπου γίνονται οι εισηγήσεις και λαμβάνονται οι αποφάσεις. Κατεύθυνση που με τα έως τώρα δεδομένα αποτελεί μονόδρομο και είναι η άρνηση των μηχανικών σε οποιαδήποτε άντληση κεφαλαίων από το Ταμείο τους για ενίσχυση της Τράπεζας Αττικής.
Δυστυχώς οι φόβοι μας για τα αποθεματικά του Ταμείου μας, που είναι χρήματα των μηχανικών επιβεβαιώνονται με το χειρότερο τρόπο. Το σενάριο που εξελίσσεται είναι αυτό που είχαμε προβλέψει από την αρχή και ίσως πολύ χειρότερο απ΄ ότι φανταζόμασταν. Ο στόχος της κυβέρνησης είναι να χρησιμοποιήσει τα αποθεματικά του ΤΣΜΕΔΕ για τραπεζικά deals αμφιβόλου αποτελεσματικότητας.
Πληροφορηθήκαμε πως η Τράπεζα Αττικής σκοπεύει να προχωρήσει σε νέα Αύξηση Μετοχικού Κεφαλαίου της τάξης των 250 έως 300 εκατομμύρια ευρώ κάτι που θα επιβαρύνει το Ταμείο μας με 100 έως 120 εκατομμύρια €. Ταυτόχρονα δημοσιεύματα αναφέρονται σε συζητήσεις για την εξαγορά από την Αττικής της πιο προβληματικής και χρεωμένης τράπεζας της ASPIS. Δεν μπορούμε να συναινέσουμε ώστε να χρησιμοποιηθούν τα χρήματα των μηχανικών για να καλυφθούν τα χρέη επιχειρήσεων και επιχειρηματιών.
Τα κεφάλαια που ξοδεύονται από το υστέρημα των μηχανικών για την κεφαλαιακή ενίσχυση της Τράπεζας ΑΤΤΙΚΗΣ, είναι κεφάλαια που θα λείψουν αύριο από τις συντάξεις μας.
Διαχρονικά, η απόδοση των χρημάτων, που έχουν επενδυθεί στην Τράπεζα είναι εξαιρετικά χαμηλή, καθώς τα μερίσματα που εισπράττονται (τις χρονιές που η Τράπεζα έχει κέρδη), είναι αμελητέα.
Παρόλα αυτά, πρόσφατα (2007), το ταμείο μας ξόδεψε πάνω από 60.000.000€ σε αύξηση, που σχεδόν διπλασίασε τα κεφάλαια της Τράπεζας. Τώρα δύο μόλις χρόνια μετά και χωρίς να υπάρχει συγκεκριμένο και αξιόπιστο επενδυτικό πλάνο και αφού πλέον έχει μεσολαβήσει η κατάργηση του ΤΣΜΕΔΕ και η εμπλοκή του ΕΤΑΑ στη διαχείριση, κάτι που πρέπει να μας κάνει ιδιαίτερα επιφυλακτικούς και καχύποπτους σε τέτοιες κινήσεις, επιχειρείται με άκομψο τρόπο η υφαρπαγή της σύμφωνης γνώμης των μελών της Δ.Ε του Ταμείου και του Τ.Ε.Ε.
Ποιος μπορεί να μας εγγυηθεί, και την αξιοπρεπή απόδοση, και την δυνατότητα επιστροφής των χρημάτων αυτών στο ταμείο μας, όταν θα τα έχουν οι μηχανικοί ανάγκη;
Στην παρούσα φάση της γενικότερης κρίσης, η ΑΤΤΙΚΗΣ χάρη πάνω απ΄ όλα στην πλουσιοπάροχη ενίσχυση των μετόχων της, είναι μια υγιής Τράπεζα. Από την άλλη πλευρά, τα κέρδη της είναι πενιχρά, ενώ και το μέγεθός της είναι αμελητέο (από πλευράς ενεργητικού βρίσκεται μόλις στην 12η με 13η θέση, σε σχέση με τις υπόλοιπες Τράπεζες).
Νομίζω, ότι η ευχέρεια που έχει η Τράπεζα στο να αντλεί κεφάλαια από τους μετόχους της λειτουργεί τελικά σε βάρος της βέλτιστης χρήσης των κεφαλαίων αυτών.
Χωρίς καμιά διάθεση συνθηματολογίας και αφοριστικών διατυπώσεων, θέλω να εκθέσω επιγραμματικά τους λόγους για τους οποίους η ΑΤΤΙΚΗΣ ούτε για την ίδια, αλλά πολύ περισσότερο ούτε και για το Ταμείο των Μηχανικών, συμφέρει να προχωρήσει σε νέα αύξηση:
1. Η απόδοση των κεφαλαίων της Τράπεζας, υπολείπεται του μέσου όρου του τραπεζικού τομέα για κάθε χρόνο ξεχωριστά, επί μακρά σειρά ετών.
2. Οι ρυθμοί ανάπτυξης της Τράπεζας είναι ανεπαρκείς και χάνει θέσεις σε σχέση με τον ανταγωνισμό. Η ανάπτυξη με αιχμή τις χορηγήσεις, που ήταν και ο εύκολος δρόμος για την επίτευξη κερδών κατά την εποχή των «παχιών αγελάδων», αποδείχθηκε λάθος.
3. Η επιδιωκόμενη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου σημαίνει την εκ νέου δέσμευση σημαντικών πόρων από τα διαθέσιμα του ΤΣΜΕΔΕ, χωρίς κάποια προοπτική αξιόλογης απόδοσης στο μέλλον.
4. Ιδιαίτερα δε η αδιαφανής σύνδεση της ΑΤΤΙΚΗΣ με το ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ, μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά ζημιογόνα για τους μηχανικούς, που με 42% αποτελούν και τον ισχυρότερο μέτοχο.
5. Τα παραπάνω, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η Τράπεζα παραμένει υγιής και με ισχυρά κεφάλαια κάνουν την προτεινόμενη αύξηση, να είναι και μειωμένης χρησιμότητας για την ίδια την Τράπεζα, αλλά και οικονομικά ασύμφορη για τον πλειοψηφούντα μέτοχο.
To T.E.E. οφείλει να προβληματιστεί έντονα για τη διαχείριση των χρημάτων των ασφαλισμένων μηχανικών και όχι να λειτουργήσει ως όψιμος τραπεζίτης.
Σε κάθε περίπτωση το ζητούμενο πρωτίστως είναι η διαφύλαξη των αποθεματικών του ΤΣΜΕΔΕ και όχι το όφελος της Τράπεζας. Το σενάριο ήταν προκαθορισμένο και οι εκπρόσωποι του Τ.Ε.Ε. και των άλλων οργανώσεων των μηχανικών θα έπρεπε να ήταν έτοιμοι να το αντιμετωπίσουν.
Είναι αναγκαίο να συνειδητοποιήσουμε όλοι μας πως τα αποθεματικά του Ταμείου των Μηχανικών δεν αποτελούν προσωπική υπόθεση κανενός. Ούτε είναι θέμα που επιδέχεται παραταξιακές αντιλήψεις. Γι΄ αυτό θα πρέπει να το αντιμετωπίσουμε με σύνεση και υπευθυνότητα. Η Διοικούσα Επιτροπή του Τ.Ε.Ε. (όπως άλλωστε γινόταν και στο παρελθόν) αφού ενημερωθεί πλήρως, θα πρέπει να δώσει την κατεύθυνση στους εκπροσώπους των μηχανικών που συμμετέχουν στα αντίστοιχα όργανα όπου γίνονται οι εισηγήσεις και λαμβάνονται οι αποφάσεις. Κατεύθυνση που με τα έως τώρα δεδομένα αποτελεί μονόδρομο και είναι η άρνηση των μηχανικών σε οποιαδήποτε άντληση κεφαλαίων από το Ταμείο τους για ενίσχυση της Τράπεζας Αττικής.
Πέμπτη, Μαΐου 21, 2009
Μεθοδεύσεις στις διαδικασίες ανάθεσης Δημοσίων Έργων
Πολλά ερωτηματικά προκαλούν οι διαδικασίες που ακολουθούν οι υπηρεσίες του ΥΠΕΧΩΔΕ σε μια σειρά από εργολαβίες που σχετίζονται με συντηρήσεις οδικών έργων. Συγκεκριμένα από τις αρχές του έτους δημοπρατήθηκαν από διάφορες υπηρεσίες του Υπουργείου έργα που αφορούν στη συντήρηση των οδικών αξόνων αρμοδιότητάς τους (εργασίες συντήρησης ασφαλτικών, πρασίνου, στηθαίων ασφαλείας, ηλεκτροφωτισμού, σηματοδότησης κλπ). Από αυτούς τους διαγωνισμούς κατακυρώθηκαν επιλεκτικά αυτοί στους οποίους οι προσωρινοί μειοδότες είχαν προσφέρει χαμηλές εκπτώσεις, ενώ ανακαλούνται χωρίς ουσιαστική αιτιολόγηση οι διακηρύξεις των διαγωνισμών στους οποίους οι εκπτώσεις είναι κατά πολύ μεγαλύτερες και άρα πολύ πιο συμφέρουσες για το Δημόσιο.
Γίνεται εύκολα αντιληπτό από οποιονδήποτε ότι η ύπαρξη έργων συντήρησης οδικών αξόνων είναι επιβεβλημένη με δεδομένο ότι αυτά αντιμετωπίζουν άμεσες και απρόβλεπτες ανάγκες που άπτονται της ασφάλειας των διακινούμενων σε αυτούς. Επιπροσθέτως όλοι αντιλαμβανόμαστε καθημερινά την απουσία συντήρησης βλέποντας την κατάσταση που επικρατεί στο οδόστρωμα και στις νησίδες των μεγάλων οδών της Αθήνας. Οι λακκούβες στους δρόμους, τα κατεστραμμένα προστατευτικά στηθαία (μπάρες), η έλλειψη φωτισμού λόγω πεσμένων ιστών και σβησμένων λαμπτήρων, οι χαλασμένοι σηματοδότες, είναι μέρος της καθημερινότητάς μας και εκθέτουν σε κίνδυνο τους χρήστες του οδικού δικτύου.
Αναρωτιέται λοιπόν κανείς με ποια κριτήρια το ΥΠΕΧΩΔΕ δεν κατακυρώνει διαγωνισμούς άμεσα αναγκαίων έργων με εκπτώσεις συμφέρουσες για το Δημόσιο, τη στιγμή που κατακυρώνει διαγωνισμούς σε αντίστοιχα έργα όπου οι προσφερόμενες εκπτώσεις είναι χαμηλές και άρα όχι τόσο συμφέρουσες.
Επομένως: ακυρώνονται χωρίς επαρκή αιτιολόγηση οι διαγωνισμοί σε μια σειρά από έργα όπου οι μειοδότες έχουν προσφέρει εκπτώσεις μεταξύ 40% - 60% προκειμένου ενδεχομένως αυτά να ομαδοποιηθούν και να δημοπρατηθούν εκ νέου σε μία εργολαβία, όπου είναι πιθανό ο μειοδότης να προσφέρει έκπτωση της τάξης του 10% (όπως συμβαίνει στα αντίστοιχα έργα που κατακυρώθηκαν). Ποια συμφέροντα εξυπηρετούνται σε αυτή την περίπτωση; Πάντως σίγουρα όχι του Δημοσίου που θα πληρώσει περισσότερα χρήματα και ούτε των πολιτών οι οποίοι εξαιτίας της παραπάνω καθυστέρησης θα συνεχίσουν να είναι καθημερινά εκτεθειμένοι στους κινδύνους ενός απαράδεκτου και χωρίς συντήρηση οδικού δικτύου.
Στην εποχή μας, όπου η διαφθορά και η κακή διαχείριση του δημόσιου χρήματος βρίσκεται διαρκώς στην επικαιρότητα, τέτοιες πρακτικές μεγεθύνουν την αμφισβήτηση και τον προβληματισμό για την αξιοπιστία και την ικανότητα της δημόσιας διοίκησης στον ευαίσθητο τομέα της παραγωγής δημοσίων έργων.
Γίνεται εύκολα αντιληπτό από οποιονδήποτε ότι η ύπαρξη έργων συντήρησης οδικών αξόνων είναι επιβεβλημένη με δεδομένο ότι αυτά αντιμετωπίζουν άμεσες και απρόβλεπτες ανάγκες που άπτονται της ασφάλειας των διακινούμενων σε αυτούς. Επιπροσθέτως όλοι αντιλαμβανόμαστε καθημερινά την απουσία συντήρησης βλέποντας την κατάσταση που επικρατεί στο οδόστρωμα και στις νησίδες των μεγάλων οδών της Αθήνας. Οι λακκούβες στους δρόμους, τα κατεστραμμένα προστατευτικά στηθαία (μπάρες), η έλλειψη φωτισμού λόγω πεσμένων ιστών και σβησμένων λαμπτήρων, οι χαλασμένοι σηματοδότες, είναι μέρος της καθημερινότητάς μας και εκθέτουν σε κίνδυνο τους χρήστες του οδικού δικτύου.
Αναρωτιέται λοιπόν κανείς με ποια κριτήρια το ΥΠΕΧΩΔΕ δεν κατακυρώνει διαγωνισμούς άμεσα αναγκαίων έργων με εκπτώσεις συμφέρουσες για το Δημόσιο, τη στιγμή που κατακυρώνει διαγωνισμούς σε αντίστοιχα έργα όπου οι προσφερόμενες εκπτώσεις είναι χαμηλές και άρα όχι τόσο συμφέρουσες.
Επομένως: ακυρώνονται χωρίς επαρκή αιτιολόγηση οι διαγωνισμοί σε μια σειρά από έργα όπου οι μειοδότες έχουν προσφέρει εκπτώσεις μεταξύ 40% - 60% προκειμένου ενδεχομένως αυτά να ομαδοποιηθούν και να δημοπρατηθούν εκ νέου σε μία εργολαβία, όπου είναι πιθανό ο μειοδότης να προσφέρει έκπτωση της τάξης του 10% (όπως συμβαίνει στα αντίστοιχα έργα που κατακυρώθηκαν). Ποια συμφέροντα εξυπηρετούνται σε αυτή την περίπτωση; Πάντως σίγουρα όχι του Δημοσίου που θα πληρώσει περισσότερα χρήματα και ούτε των πολιτών οι οποίοι εξαιτίας της παραπάνω καθυστέρησης θα συνεχίσουν να είναι καθημερινά εκτεθειμένοι στους κινδύνους ενός απαράδεκτου και χωρίς συντήρηση οδικού δικτύου.
Στην εποχή μας, όπου η διαφθορά και η κακή διαχείριση του δημόσιου χρήματος βρίσκεται διαρκώς στην επικαιρότητα, τέτοιες πρακτικές μεγεθύνουν την αμφισβήτηση και τον προβληματισμό για την αξιοπιστία και την ικανότητα της δημόσιας διοίκησης στον ευαίσθητο τομέα της παραγωγής δημοσίων έργων.
Τετάρτη, Μαΐου 20, 2009
Ο Ρόλος του ΙΕΚΕΜ ΤΕΕ σήμερα
Το ΙΕΚΕΜ ΤΕΕ (Ινστιτούτο Εκπαίδευσης και Επιμόρφωσης Μελών Τ.Ε.Ε.) ιδρύθηκε το 1995, ως μετεξέλιξη της υπηρεσίας συνεχιζόμενης εκπαίδευσης του ΤΕΕ, για να αποτελέσει τον βραχίονα κατάρτισης του σώματος των ελλήνων μηχανικών αλλά και τεχνικών γενικότερα. Η νομική μορφή του ΙΕΚΕΜ ΤΕΕ ήταν ανώνυμη εταιρία (με μόνο μέτοχο το ΤΕΕ) για να του εξασφαλίσει την απαραίτητη ευελιξία αλλά και τη δυνατότητα ανάπτυξης ποικιλίας δράσεων που να ανταποκρίνονται στις μεταβαλλόμενες ανάγκες κατάρτισης του τεχνικού κόσμου.
Στα 14 χρόνια που μεσολάβησαν έχουν αλλάξει σε σημαντικό βαθμό (έχουν δυσκολέψει για να ακριβολογούμε) οι συνθήκες άσκησης του επαγγέλματος του μηχανικού. Παραμένει όμως ιδιαίτερα σημαντική η επιμόρφωση όλων των τεχνικών για να έχουν τα απαραίτητα γνωστικά εφόδια (αλλά και συχνά επαγγελματικά δικαιώματα) για μιά επιτυχημένη άσκηση του επαγγέλματος τους.
Βασικός στόχος του ΙΕΚΕΜ ήταν και παραμένει η διάγνωση των αναγκών κατάρτισης των μελών του ΤΕΕ αλλά και των τεχνικών άλλων βαθμίδων και η κάλυψη τους με συγκροτημένο και αποτελεσματικό τρόπο αλλά και προσιτό κόστος. Στην πράξη, το ΙΕΚΕΜ ΤΕΕ απευθύνθηκε κυρίως στους νέους μηχανικούς. Δεν επιδίωξε (ή δεν μπόρεσε) να διαμορφώσει εξειδικευμένα προγράμματα για έμπειρους μηχανικούς ούτε να προσεγγίσει τις ανάγκες κατάρτισης των άλλων βαθμίδων τεχνικών.
Το ζητούμενο σήμερα είναι ένα ΙΕΚΕΜ ΤΕΕ φορέας κατάρτισης όλου του τεχνικού κόσμου κόσμου υψηλής ποιότητας με λογικό κόστος, με δραστική αναβάθμιση των παρεχόμενων υπηρεσιών και της γεωγραφικής του εμβέλειας. Ο ρόλος του ΙΕΚΕΜ είναι να γίνει, σε στενή συνεργασία με το ΤΕΕ, τους κλαδικούς συλλόγους και άλλους συλλογικούς φορείς τεχνικών ένας αποτελεσματικός φορέας διαμόρφωσης πολιτικής και εφαρμογής δράσεων επιμόρφωσης των τεχνικών, που να ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες και τα ενδιαφέροντα του τεχνικού δυναμικού της χώρας.
Οι άξονες δράσης πρέπει να περιλαμβάνουν :
1. Αυτοχρηματοδοτούμενα σεμινάρια : Aναδιοργάνωση τους με εμπλου-τισμό της γκάμας με νέους τίτλους σε θέματα αιχμής (ευρωκώδικες, ενεργειακά, πιστοποιημένα σεμινάρια, προγράμματα επιχειρηματικότητας κλπ). Παράλληλα απόσυρση τίτλων που δεν παρουσιάζουν ενδιαφέρον και διαρκή αξιολόγηση όλων των σεμιναρίων και των εισηγητών από την Επιστημονική Επιτροπή (προβλέπεται στο Καταστατικό του ΙΕΚΕΜ και είναι απαραίτητη αλλά δεν έχει ακόμη ενεργοποιηθεί, κάτι που θα πρέπει να γίνει το συντομότερο). Ειδικά αυτοχρηματοδοτούμενα σεμινάρια θα πρέπει να εισαχθούν στοχεύοντας να καλυφθούν και άλλες βαμίδες τεχνικών (πχ. πτυχιούχοι ΤΕΙ). Σχετικά με την πολιτική τιμών, τα σεμινάρια θα πρέπει κατηγοριοποιηθούν σε (α) σεμινάρια που παρέχουν γενικά επαγγελματικά εφόδια και απευθύνονται κυρίως στους νέους τεχνικούς (πχ. Autocad, οικοδομικές άδειες) και (β) σεμινάρια που παρέχουν εξειδικευμένες γνώσεις γνώσεις σε συγκεκριμένους τομείς δίνοντας πρόσθετα επαγγελματικά εφόδια (πχ. ενεργειακά, διαχείριση / ανάπτυξη ακίνητης περιουσίας, επιμόρφωση τεχνικών ασφαλείας). Η πολιτική τιμών θα πρέπει να ενθαρρύνει και να διευκολύνει τη συμμετοχή των νέων αλλά και να διαφοροποιεί πρός τα πάνω τις τιμές στα περισσότερο εξειδικευμένα σεμινάρια. Από γεωγραφικής πλευράς, το ΙΕΚΕΜ είναι απαραίτητο να εντείνει την παρουσία του στις εκτός Αθηνών πόλεις σε συνεργασία με τοπικούς συλλογικούς φορείς τεχνικών.
2. Επιδοτούμενα σεμινάρια – ευρωπαϊκά έργα : Είναι αναγκαίο να ενταθεί η παρουσία του ΙΕΚΕΜ ΤΕΕ σε έργα κατάρτισης χρηματοδοτούμενα από το ΚΠΣ ή πόρους απευθείας από την ΕΕ που έχουν τεχνικό περιεχόμενο και απευθύνονται σε διάφορες κατηγορίες τεχνικών. Για να γίνει αυτό είναι αναγκαίο να αυξηθεί η εξωστρέφεια του ΙΕΚΕΜ ΤΕΕ και να αναπτύξει συνεργασίες τόσο με άλλα υψηλού επιπέδου ΚΕΚ της ελληνικής αγορά όσο και αντίστοιχους ευρωπαϊκούς / μεσογειακούς φορείς κατάρτισης τεχνικών. Η αξιοποίηση κοινοτικών πόρων για να πετύχει τους σκοπούς του πρέπει να είναι βασικός προσανατολισμός του ΙΕΚΕΜ ΤΕΕ.
3. Ανάπτυξη – Αξιοποίηση πλατφόρμας e-learning : Θα προσφέρει κατακόρυφη αύξηση της «πελατειακής βάσης» του ΙΕΚΕΜ ΤΕΕ, ιδιαίτερα στις περιοχές που δεν υπάρχει δομή κατάρτισης του ΙΕΚΕΜ. Το κόστος της εκπαίδευσης θα είναι πλέον πολύ χαμηλό και προσιτό σε όλους τους μηχανικούς και άλλους τεχνικούς και τα σεμινάρια θα παίζουν περισσότερο ρόλο επίλυσης αποριών αφού πάρουν οι ενδιαφερόμενοι τις βασικές γνώσεις μέσω e-learning. Παράλληλα, το ΙΕΚΕΜ ΤΕΕ αναβαθμίζει τις παρεχόμενες υπηρεσίες του στον τεχνικό κόσμο, ανεβάζει το κύρος και την αναγνωρισιμότητα του και εξασφαλίζει μία νέα και σταθερή πηγή εσόδων.
4. Διαμόρφωση ταυτότητας ΙΕΚΕΜ ως δομής στήριξης της επιχειρηματικότητας των μηχανικών και ευρύτερα των τεχνικών : Σχεδόν το 50% των διπλωματούχων μηχανικών και μεγάλα ποσοστά των άλλων κατηγοριών τεχνικών απασχολούνται ως επιχειρηματίες ή ελεύθεροι επαγγελματίες (σ’ αυτούς δεν συμπεριλαμβάνονται αυτοί που, αν και αμείβονται με ΑΠΥ, στην ουσία παρέχουν εξαρτημένη εργασία). Με βάση την τελευταία έρευνα απασχόλησης που διεξήγαγε το ΤΕΕ (2006 από ICAP & Ventris), βασικοί αποτρεπτικοί παράγοντες για τη δημιουργία επιχείρησης είναι το θεσμικό πλαίσιο, τα διοικητικά μέτρα (γραφειοκρατία) και η δυσκολία πρόσβασης σε δανειακά κεφάλαια. Προφανώς το μεγαλύτερο πρόβλημα αντιμετωπίζουν οι ατομικές και γενικότερα μικρές επιχειρήσεις.
Για το ΙΕΚΕΜ ΤΕΕ πρέπει να αποτελέσει βασικό στόχο το να δημιουργήσει, πιθανότατα σε συνεργασία με τα Περιφερειακά Τμήματα του ΤΕΕ, ένα σύστημα δομών στήριξης της επιχειρηματικότητας και παροχής εξειδικευμένης πληροφόρησης σε τεχνολογικά, εμπορικά και οικονομικά θέματα (πχ. δυνατότητες και πηγές χρηματοδότησης), με κύριο target group τις πολύ μικρές και ατομικές επιχειρήσεις μηχανικών και τεχνικών γενικότερα. Αυτές οι δομές στήριξης της επιχειρηματικότητας θα πρέπει κατ’ ελάχιστο να περιλαμβάνουν μία ιστοσελίδα που να παρέχει πληροφόρηση, ένα ηλεκτρονικό help desk που να απαντά σε ερωτήματα, απλοποιημένα και εύχρηστα εγχειρίδια για χρήση από τους ελεύθερους επαγγελματίες / νέους επιχειρηματίες και γραφεία παροχής υποστήριξης στις μεγάλες τουλάχιστον πόλεις.
Στα 14 χρόνια που μεσολάβησαν έχουν αλλάξει σε σημαντικό βαθμό (έχουν δυσκολέψει για να ακριβολογούμε) οι συνθήκες άσκησης του επαγγέλματος του μηχανικού. Παραμένει όμως ιδιαίτερα σημαντική η επιμόρφωση όλων των τεχνικών για να έχουν τα απαραίτητα γνωστικά εφόδια (αλλά και συχνά επαγγελματικά δικαιώματα) για μιά επιτυχημένη άσκηση του επαγγέλματος τους.
Βασικός στόχος του ΙΕΚΕΜ ήταν και παραμένει η διάγνωση των αναγκών κατάρτισης των μελών του ΤΕΕ αλλά και των τεχνικών άλλων βαθμίδων και η κάλυψη τους με συγκροτημένο και αποτελεσματικό τρόπο αλλά και προσιτό κόστος. Στην πράξη, το ΙΕΚΕΜ ΤΕΕ απευθύνθηκε κυρίως στους νέους μηχανικούς. Δεν επιδίωξε (ή δεν μπόρεσε) να διαμορφώσει εξειδικευμένα προγράμματα για έμπειρους μηχανικούς ούτε να προσεγγίσει τις ανάγκες κατάρτισης των άλλων βαθμίδων τεχνικών.
Το ζητούμενο σήμερα είναι ένα ΙΕΚΕΜ ΤΕΕ φορέας κατάρτισης όλου του τεχνικού κόσμου κόσμου υψηλής ποιότητας με λογικό κόστος, με δραστική αναβάθμιση των παρεχόμενων υπηρεσιών και της γεωγραφικής του εμβέλειας. Ο ρόλος του ΙΕΚΕΜ είναι να γίνει, σε στενή συνεργασία με το ΤΕΕ, τους κλαδικούς συλλόγους και άλλους συλλογικούς φορείς τεχνικών ένας αποτελεσματικός φορέας διαμόρφωσης πολιτικής και εφαρμογής δράσεων επιμόρφωσης των τεχνικών, που να ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες και τα ενδιαφέροντα του τεχνικού δυναμικού της χώρας.
Οι άξονες δράσης πρέπει να περιλαμβάνουν :
1. Αυτοχρηματοδοτούμενα σεμινάρια : Aναδιοργάνωση τους με εμπλου-τισμό της γκάμας με νέους τίτλους σε θέματα αιχμής (ευρωκώδικες, ενεργειακά, πιστοποιημένα σεμινάρια, προγράμματα επιχειρηματικότητας κλπ). Παράλληλα απόσυρση τίτλων που δεν παρουσιάζουν ενδιαφέρον και διαρκή αξιολόγηση όλων των σεμιναρίων και των εισηγητών από την Επιστημονική Επιτροπή (προβλέπεται στο Καταστατικό του ΙΕΚΕΜ και είναι απαραίτητη αλλά δεν έχει ακόμη ενεργοποιηθεί, κάτι που θα πρέπει να γίνει το συντομότερο). Ειδικά αυτοχρηματοδοτούμενα σεμινάρια θα πρέπει να εισαχθούν στοχεύοντας να καλυφθούν και άλλες βαμίδες τεχνικών (πχ. πτυχιούχοι ΤΕΙ). Σχετικά με την πολιτική τιμών, τα σεμινάρια θα πρέπει κατηγοριοποιηθούν σε (α) σεμινάρια που παρέχουν γενικά επαγγελματικά εφόδια και απευθύνονται κυρίως στους νέους τεχνικούς (πχ. Autocad, οικοδομικές άδειες) και (β) σεμινάρια που παρέχουν εξειδικευμένες γνώσεις γνώσεις σε συγκεκριμένους τομείς δίνοντας πρόσθετα επαγγελματικά εφόδια (πχ. ενεργειακά, διαχείριση / ανάπτυξη ακίνητης περιουσίας, επιμόρφωση τεχνικών ασφαλείας). Η πολιτική τιμών θα πρέπει να ενθαρρύνει και να διευκολύνει τη συμμετοχή των νέων αλλά και να διαφοροποιεί πρός τα πάνω τις τιμές στα περισσότερο εξειδικευμένα σεμινάρια. Από γεωγραφικής πλευράς, το ΙΕΚΕΜ είναι απαραίτητο να εντείνει την παρουσία του στις εκτός Αθηνών πόλεις σε συνεργασία με τοπικούς συλλογικούς φορείς τεχνικών.
2. Επιδοτούμενα σεμινάρια – ευρωπαϊκά έργα : Είναι αναγκαίο να ενταθεί η παρουσία του ΙΕΚΕΜ ΤΕΕ σε έργα κατάρτισης χρηματοδοτούμενα από το ΚΠΣ ή πόρους απευθείας από την ΕΕ που έχουν τεχνικό περιεχόμενο και απευθύνονται σε διάφορες κατηγορίες τεχνικών. Για να γίνει αυτό είναι αναγκαίο να αυξηθεί η εξωστρέφεια του ΙΕΚΕΜ ΤΕΕ και να αναπτύξει συνεργασίες τόσο με άλλα υψηλού επιπέδου ΚΕΚ της ελληνικής αγορά όσο και αντίστοιχους ευρωπαϊκούς / μεσογειακούς φορείς κατάρτισης τεχνικών. Η αξιοποίηση κοινοτικών πόρων για να πετύχει τους σκοπούς του πρέπει να είναι βασικός προσανατολισμός του ΙΕΚΕΜ ΤΕΕ.
3. Ανάπτυξη – Αξιοποίηση πλατφόρμας e-learning : Θα προσφέρει κατακόρυφη αύξηση της «πελατειακής βάσης» του ΙΕΚΕΜ ΤΕΕ, ιδιαίτερα στις περιοχές που δεν υπάρχει δομή κατάρτισης του ΙΕΚΕΜ. Το κόστος της εκπαίδευσης θα είναι πλέον πολύ χαμηλό και προσιτό σε όλους τους μηχανικούς και άλλους τεχνικούς και τα σεμινάρια θα παίζουν περισσότερο ρόλο επίλυσης αποριών αφού πάρουν οι ενδιαφερόμενοι τις βασικές γνώσεις μέσω e-learning. Παράλληλα, το ΙΕΚΕΜ ΤΕΕ αναβαθμίζει τις παρεχόμενες υπηρεσίες του στον τεχνικό κόσμο, ανεβάζει το κύρος και την αναγνωρισιμότητα του και εξασφαλίζει μία νέα και σταθερή πηγή εσόδων.
4. Διαμόρφωση ταυτότητας ΙΕΚΕΜ ως δομής στήριξης της επιχειρηματικότητας των μηχανικών και ευρύτερα των τεχνικών : Σχεδόν το 50% των διπλωματούχων μηχανικών και μεγάλα ποσοστά των άλλων κατηγοριών τεχνικών απασχολούνται ως επιχειρηματίες ή ελεύθεροι επαγγελματίες (σ’ αυτούς δεν συμπεριλαμβάνονται αυτοί που, αν και αμείβονται με ΑΠΥ, στην ουσία παρέχουν εξαρτημένη εργασία). Με βάση την τελευταία έρευνα απασχόλησης που διεξήγαγε το ΤΕΕ (2006 από ICAP & Ventris), βασικοί αποτρεπτικοί παράγοντες για τη δημιουργία επιχείρησης είναι το θεσμικό πλαίσιο, τα διοικητικά μέτρα (γραφειοκρατία) και η δυσκολία πρόσβασης σε δανειακά κεφάλαια. Προφανώς το μεγαλύτερο πρόβλημα αντιμετωπίζουν οι ατομικές και γενικότερα μικρές επιχειρήσεις.
Για το ΙΕΚΕΜ ΤΕΕ πρέπει να αποτελέσει βασικό στόχο το να δημιουργήσει, πιθανότατα σε συνεργασία με τα Περιφερειακά Τμήματα του ΤΕΕ, ένα σύστημα δομών στήριξης της επιχειρηματικότητας και παροχής εξειδικευμένης πληροφόρησης σε τεχνολογικά, εμπορικά και οικονομικά θέματα (πχ. δυνατότητες και πηγές χρηματοδότησης), με κύριο target group τις πολύ μικρές και ατομικές επιχειρήσεις μηχανικών και τεχνικών γενικότερα. Αυτές οι δομές στήριξης της επιχειρηματικότητας θα πρέπει κατ’ ελάχιστο να περιλαμβάνουν μία ιστοσελίδα που να παρέχει πληροφόρηση, ένα ηλεκτρονικό help desk που να απαντά σε ερωτήματα, απλοποιημένα και εύχρηστα εγχειρίδια για χρήση από τους ελεύθερους επαγγελματίες / νέους επιχειρηματίες και γραφεία παροχής υποστήριξης στις μεγάλες τουλάχιστον πόλεις.
Τρίτη, Μαΐου 19, 2009
Sir Alex

Το περασμένο Σάββατο η Manchester United πανηγύριζε το 18ο πρωτάθλημα στα 131 χρόνια της ιστορίας της που είναι το 11ο στα 23 χρόνια με τον Alex Ferguson στο τιμόνι της. Για όλους εμάς που έχουμε συνηθίσει στην ελληνική πραγματικότητα η παραμονή του ίδιου προπονητή στον πάγκο μιας ομάδας για 23 συνεχόμενα χρόνια φαντάζει εξωπραγματική.
Ο Sir Alex τέτοια εποχή το 1986 κατακτούσε με μια άσημη επαρχιακή ομάδα της Σκωτίας, την Aberdeen, το κύπελλο Κυπελλούχων Ευρώπης και λίγους μήνες αργότερα ξεκινούσε τη συνεργασία του με μια από τις θρυλικές ομάδες του πλανήτη που ζούσε τα δικά της πέτρινα χρόνια, χωρίς ούτε ένα πρωτάθλημα Αγγλίας για μια εικοσαετία (από το 1967).
Σήμερα, 23 χρόνια μετά έχει δημιουργήσει ίσως τη μεγαλύτερη ποδοσφαιρική δυναστεία του σύγχρονου Ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου με 11 πρωταθλήματα, 5 Κύπελλα, 3 League Cup και 8 Super Cup (Charity Shield) Αγγλίας, 1 Κύπελλο Κυπελλούχων, ένα Super Cup στην Ευρώπη, 2 World Cup και βέβαια 2 Champions League που ίσως γίνουν 3 την άλλη Τετάρτη. Ξεχωριστή θέση στα παραπάνω επιτεύγματα έχει βέβαια ο «τελικός του αιώνα» στο Camp Nou το 1999 και ο συγκλονιστικός τρόπος με τον οποίο η Manchester ξαναβρέθηκε στην κορυφή της Ευρώπης μετά από 31 χρόνια.
Σε όλα αυτά υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια που με το πέρασμα των χρόνων έχει ξεχαστεί. Ο Alex Ferguson χρειάστηκε 7 χρόνια για να κάνει τη Manchester πρωταθλήτρια Αγγλίας. Ο τρόπος μάλιστα που χάθηκε την έκτη χρονιά (1992) ο τίτλος από τη Leeds του Gordon Strachan (το μεγάλο αστέρι της Αberdeen το 1986) προκάλεσε απίστευτη απογοήτευση στους φίλους της United. Κανείς όμως δεν σκέφτηκε ούτε να διώξει τον προπονητή ούτε να διαλύσει εκείνη την ομάδα η οποία τα επόμενα 9 χρόνια κατέκτησε μεταξύ άλλων 7 πρωταθλήματα Αγγλίας. Οποιαδήποτε σύγκριση με τις μεγάλες Ελληνικές ομάδες προκαλεί μελαγχολία. Φαντάζεστε τον Ολυμπιακό ή τον Παναθηναϊκό με τον ίδιο προπονητή για 6 χρόνια χωρίς πρωτάθλημα? Αστεία πράγματα. Δυστυχώς εμείς δεν έχουμε μάθει πως οι μεγάλες ομάδες χτίζονται σε βάθος χρόνου και με υπομονή. Ελπίζω τουλάχιστον στον μπασκετικό Ολυμπιακό να δοθεί ο χρόνος στον Παναγιώτη Γιαννάκη να δημιουργήσει μια μεγάλη ομάδα ανεξάρτητα από τα φετινά αποτελέσματα. Στο ποδόσφαιρο είναι ουτοπία να ελπίζει κανείς κάτι τέτοιο.
Ένα από τα όνειρά μου που έχω πραγματοποιήσει είναι να παρακολουθήσω αγώνα του Ολυμπιακού στο Old Trafford εναντίον της Man Utd. Θα μείνει όμως απραγματοποίητο να παρακολουθήσω από κοντά τις ίδιες ομάδες σε τελικό του Champions League. Εκτός και αν κάποτε βρούμε το δικό μας Ferguson…….
Ο Sir Alex τέτοια εποχή το 1986 κατακτούσε με μια άσημη επαρχιακή ομάδα της Σκωτίας, την Aberdeen, το κύπελλο Κυπελλούχων Ευρώπης και λίγους μήνες αργότερα ξεκινούσε τη συνεργασία του με μια από τις θρυλικές ομάδες του πλανήτη που ζούσε τα δικά της πέτρινα χρόνια, χωρίς ούτε ένα πρωτάθλημα Αγγλίας για μια εικοσαετία (από το 1967).
Σήμερα, 23 χρόνια μετά έχει δημιουργήσει ίσως τη μεγαλύτερη ποδοσφαιρική δυναστεία του σύγχρονου Ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου με 11 πρωταθλήματα, 5 Κύπελλα, 3 League Cup και 8 Super Cup (Charity Shield) Αγγλίας, 1 Κύπελλο Κυπελλούχων, ένα Super Cup στην Ευρώπη, 2 World Cup και βέβαια 2 Champions League που ίσως γίνουν 3 την άλλη Τετάρτη. Ξεχωριστή θέση στα παραπάνω επιτεύγματα έχει βέβαια ο «τελικός του αιώνα» στο Camp Nou το 1999 και ο συγκλονιστικός τρόπος με τον οποίο η Manchester ξαναβρέθηκε στην κορυφή της Ευρώπης μετά από 31 χρόνια.
Σε όλα αυτά υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια που με το πέρασμα των χρόνων έχει ξεχαστεί. Ο Alex Ferguson χρειάστηκε 7 χρόνια για να κάνει τη Manchester πρωταθλήτρια Αγγλίας. Ο τρόπος μάλιστα που χάθηκε την έκτη χρονιά (1992) ο τίτλος από τη Leeds του Gordon Strachan (το μεγάλο αστέρι της Αberdeen το 1986) προκάλεσε απίστευτη απογοήτευση στους φίλους της United. Κανείς όμως δεν σκέφτηκε ούτε να διώξει τον προπονητή ούτε να διαλύσει εκείνη την ομάδα η οποία τα επόμενα 9 χρόνια κατέκτησε μεταξύ άλλων 7 πρωταθλήματα Αγγλίας. Οποιαδήποτε σύγκριση με τις μεγάλες Ελληνικές ομάδες προκαλεί μελαγχολία. Φαντάζεστε τον Ολυμπιακό ή τον Παναθηναϊκό με τον ίδιο προπονητή για 6 χρόνια χωρίς πρωτάθλημα? Αστεία πράγματα. Δυστυχώς εμείς δεν έχουμε μάθει πως οι μεγάλες ομάδες χτίζονται σε βάθος χρόνου και με υπομονή. Ελπίζω τουλάχιστον στον μπασκετικό Ολυμπιακό να δοθεί ο χρόνος στον Παναγιώτη Γιαννάκη να δημιουργήσει μια μεγάλη ομάδα ανεξάρτητα από τα φετινά αποτελέσματα. Στο ποδόσφαιρο είναι ουτοπία να ελπίζει κανείς κάτι τέτοιο.
Ένα από τα όνειρά μου που έχω πραγματοποιήσει είναι να παρακολουθήσω αγώνα του Ολυμπιακού στο Old Trafford εναντίον της Man Utd. Θα μείνει όμως απραγματοποίητο να παρακολουθήσω από κοντά τις ίδιες ομάδες σε τελικό του Champions League. Εκτός και αν κάποτε βρούμε το δικό μας Ferguson…….
Πέμπτη, Μαΐου 14, 2009
Αξιοποίηση Ολυμπιακών Εγκαταστάσεων
Την προηγούμενη εβδομάδα πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα το Διεθνές Συνέδριο του Τ.Ε.Ε. με θέμα την αξιοποίηση των Ολυμπιακών εγκαταστάσεων και έργων αλλά και τις επιπτώσεις από τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων στις πόλεις του Πεκίνου, της Αθήνας, του Σίδνεϊ και της Βαρκελώνης .
Όταν αναλάβαμε τη διοργάνωση η κυριότερη ανησυχία στο εσωτερικό αλλά κυρίως στο εξωτερικό, ήταν αν είμαστε σε θέση να τα καταφέρουμε εμπρόθεσμα, αν θα έχουμε ολοκληρώσει τα έργα σύμφωνα με τις προδιαγραφές της ΔΟΕ εντός των αντιστοίχων χρονοδιαγραμμάτων. Οι αμφιβολίες όλων είχαν ένα βάσιμο επιχείρημα: η Ελλάδα ήταν η μικρότερη χώρα στην οποία ανατέθηκε ποτέ η διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων. Ταυτόχρονα, οι Ολυμπιακοί Αγώνες είναι από τη φύση τους ένα προϊόν πολύ μεγάλης κλίμακας το οποίο συνεχώς διογκώνεται.
Τι σήμαινε όμως αυτό πρακτικά για την Αθήνα; Η αναβάθμιση της υφιστάμενης υποδομής και των εγκαταστάσεων ήταν εκ των ων ουκ άνευ για την Ολυμπιακή πόλη. Ταυτόχρονα, μέσα σε πολύ περιορισμένο χρονικό διάστημα χωροθετήθηκαν, σχεδιάσθηκαν, δημοπρατηθήκαν και κατασκευάστηκαν τόσα έργα, που αν συνεχίζαμε με τους κανονικούς ρυθμούς ανάπτυξης της χώρας, θα υλοποιούνταν σε διάστημα μεγαλύτερο των 20-25 ετών. Μέσα στην τριετία 2001-2003, κατασκευάστηκαν ή αναβαθμίστηκαν 32 αγωνιστικές και μη εγκαταστάσεις, κατασκευάστηκε το Ολυμπιακό Χωριό στις λεκάνες Αχαρνών [που ήταν μία νέα πόλη χωρητικότητας 20.000 ατόμων, με 2.300 νέα διαμερίσματα σε 370 περίπου κτίρια] και άλλα 7 έργα φιλοξενίας και διαμονής. Παράλληλα, είχαμε την υλοποίηση στην Αθήνα 22 οδικών έργων, 3 έργων μέσων σταθερής τροχιάς και 150 έργων αστικών αναπλάσεων. Το σύνολο των εργολαβιών που σχετίζονταν με τους Ολυμπιακούς Αγώνες εντός και εκτός Αθηνών -είτε αφορούσε σε αναβαθμίσεις είτε σε νέες κατασκευές- ξεπερνούσε τις 350!
Για το σχεδιασμό, δημοπράτηση, κατασκευή και παρακολούθηση αυτών των 350 εργολαβιών συμμετείχαν πολλές εκατοντάδες Ελλήνων μηχανικών. Η συμβολή του τεχνικού κόσμου της χώρας στην πραγματοποίηση των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας ήταν και είναι ανεκτίμητη. Η διεξαγωγή των Αγώνων δεν θα ήταν εφικτή χωρίς το όραμα και την σπουδαία προσπάθεια των Ελλήνων Μηχανικών. Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας των Ολυμπιακών Αγώνων κατασκευάστηκαν έργα υψηλής τεχνικής δυσκολίας σε περιορισμένο χρόνο και με ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα, τα οποία κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν θα μπορούσαν να υλοποιηθούν σε καμία άλλη χώρα. Ο τεχνικός κόσμος της Ελλάδας στελέχωσε τις εταιρείες κατασκευής, τις ειδικές υπηρεσίες έργων των υπουργείων, τους κοινωφελείς οργανισμούς και την Οργανωτική Επιτροπή, ενεπλάκη στη δημιουργία της σχετικής νομοθεσίας για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, εργάστηκε σκληρά και συνεισέφερε τα μέγιστα. Δεν μπορούμε βέβαια να αγνοήσουμε το γεγονός ότι πίσω από την άρτια διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων, υπήρχε η ισχυρή πολιτική βούληση και υψηλή κοινωνική αποδοχή. Οι Έλληνες πίστεψαν στο όραμα των Αγώνων και της επόμενης ημέρας, και οι Έλληνες μηχανικοί υλοποίησαν έργα τέτοιας κλίμακας κάτω από την πίεση του χρόνου και των αμετακίνητων προθεσμιών.
Εκτός από τα παραπάνω, κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας είχαμε την τύχη να προΐστανται και σε πολιτικό και σε υπηρεσιακό επίπεδο προσωπικότητες με αποφασιστικότητα και ικανότητες, οι οποίες συνέτειναν καθοριστικά στην επιτυχία του σχεδιασμού. Έτσι κατορθώσαμε αυτό που για πολλούς φαινόταν ακατόρθωτο. Να διοργανώσουμε τους καλύτερους Ολυμπιακούς Αγώνες. Είναι όμως αυτό αρκετό;
Το ερώτημα είναι: σε ποιο βαθμό αποτέλεσαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες της Αθήνας το όχημα για μία καλύτερη πόλη; Η βελτίωση των υποδομών και των μεταφορών είναι αναμφισβήτητα η σημαντικότερη κληρονομιά της πόλης. Στο επίπεδο των συγκοινωνιών και των μεταφορών, η μετα-Ολυμπιακή Αθήνα είναι μια άλλη πόλη. Η βελτίωση υφιστάμενων οδικών δικτύων, η κατασκευή νέων ανήκουν στην κατηγορία των έργων που ωφέλησαν και ωφελούν τους κατοίκους του λεκανοπεδίου στην καθημερινότητά τους. Ομοίως και τα έργα των μέσων σταθερής τροχιάς, που βελτίωσαν σημαντικά το επίπεδο των μαζικών μεταφορών της πρωτεύουσας.
Σε ό,τι αφορά στις εγκαταστάσεις, η απάντηση δεν είναι μονοσήμαντη. Μετά τη λήξη των Αγώνων, η Αθήνα απέκτησε μεν 17 νέες αγωνιστικές εγκαταστάσεις, αλλά στην παρούσα φάση μόνο τρεις έχουν αθλητική δραστηριότητα. Η πόλη της Αθήνας ομολογουμένως δεν μπορεί να υποστηρίξει και να συντηρήσει μεταολυμπιακά τόσες πολλές αθλητικές εγκαταστάσεις χωρητικότητας ίσης με αυτή των Ολυμπιακών Αγώνων. Από την άλλη όμως, μόνο μία κλειστή εγκατάσταση [από τις εννέα νέες] με αθλητική χρήση δεν μπορεί να θεωρείται ικανοποιητική κληρονομιά για τη νεολαία της πόλης.
Πολλές από τις αρχικά σχεδιασμένες ως προσωρινές εγκαταστάσεις για τους Ολυμπιακούς Αγώνες έγιναν μόνιμες και μετα-Ολυμπιακά απέκτησαν διαφορετικές χρήσεις. Έτσι η πόλη μας γέμισε με νέα εμπορικά κέντρα, νέους συναυλιακούς χώρους και πολιτιστικά κέντρα, χωρίς να υπάρχει ένας συνολικός σχεδιασμός για την ένταξή τους στον πολεοδομικό, κοινωνικό και οικονομικό ιστό της πόλης.
Αξίζει ίσως να ασχοληθούμε περισσότερο με το μέτωπο της παραλιακής ζώνης από το Φάληρο μέχρι το Ελληνικό και το μεγαλόπνοο σχέδιο της σύνδεσης της πόλης με τη θάλασσα. Πέντε χρόνια μετά τη διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων, οι κάτοικοι της πρωτεύουσας δεν έχουν αντιληφθεί ακόμα αυτή τη σύνδεση. Από όλες τις εγκαταστάσεις της παραλιακής ζώνης λειτουργεί μόνο το ένα κλειστό γήπεδο του Ελληνικού ως αθλητική εγκατάσταση και το κλειστό γυμναστήριο του Φαλήρου [taekwondo] ως χώρος πολιτιστικών εκδηλώσεων. Οι κτιριακές εγκαταστάσεις μεταξύ του γηπέδου του μπιτς βόλεϊ και του taekwondo στην παραλία του Μοσχάτου είναι στο μεγαλύτερο μέρος τους αναξιοποίητες. Ταυτόχρονα, η ζώνη μεταξύ των εκβολών των δύο ποταμών [Κηφισού και Ιλισού], στην οποία προβλεπόταν να γίνει παράκτιο οικολογικό πάρκο, είναι εγκαταλελειμμένη και θυμίζει παλαιότερες εικόνες εναπόθεσης απορριμμάτων. Ακόμα και στο χώρο του παλιού Ιπποδρόμου, όπου χωροθετείται η νέα Λυρική Σκηνή και χώρος πάρκου, η ημερομηνία ολοκλήρωσης του έργου είναι αρχικά το 2015, εννέα χρόνια μετά την ολοκλήρωση των Ολυμπιακών Αγώνων. Από την άλλη, το Μητροπολιτικό Πάρκο του Ελληνικού βρίσκεται ακόμα στα σχέδια. Ο πολυδιαφημισμένος σχεδιασμός για την ελεύθερη πρόσβαση των πεζών στο παραλιακό μέτωπο και την ενοποίησή του με το Πάρκο του Ελληνικού αποδείχθηκε στην πράξη μεγαλεπήβολος και ουτοπικός.
Το ζητούμενο επομένως με την ανάληψη της διοργάνωσης των Ολυμπιακών Αγώνων δεν είναι και δεν πρέπει να είναι μόνο η άρτια διεξαγωγή τους και η άψογη λειτουργία της πόλης κατά τη διάρκεια του δεκαπενθήμερου των Αγώνων. Είναι η αναγωγή αυτού του δεκαπενθημέρου σε στρατηγικό σχεδιασμό και υλοποίηση ενός συνολικού προγράμματος αναβάθμισης και προώθησης της διοργανώτριας πόλης. Μόνο όταν οι Ολυμπιακές και οι μετα-Ολυμπιακές ανάγκες μίας πόλης φτάσουν στο ιδανικό σημείο υψηλής ταύτισης, μπορούμε να μιλάμε για Ολυμπιακή κληρονομιά υψηλού βεληνεκούς.
Ο ρόλος της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής προς την κατεύθυνση της εξασφάλισης της Ολυμπιακής κληρονομιάς είναι καθοριστικός. Στην περίπτωση της Αθήνας πάντως δεν φάνηκε να αποτελεί σημαντική προτεραιότητα για τις Επιτροπές Συντονισμού, που επισκέπτονταν σε τακτά χρονικά διαστήματα την πόλη μας. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες είναι ένα πολύ ισχυρό προϊόν μάρκετινγκ της παγκόσμιας αγοράς και ένα πολυδιάστατο γεγονός με τεράστια επίδραση. Οι ισχυροί της ΔΟΕ ασχολούνται πολύ περισσότερο με τη διεξαγωγή του κάθε τέσσερα χρόνια, παρά με τη βιωσιμότητα του προϊόντος συνολικά.
Οι Ολυμπιακοί Αγώνες έχουν πάρει τα τελευταία χρόνια γιγαντιαίες διαστάσεις. Με τους ρυθμούς ανάπτυξής τους και με πολύ πρόχειρους υπολογισμούς, προκύπτει ότι οι πόλεις που θα έχουν τη δυνατότητα να τους φιλοξενήσουν [από οικονομική και πολεοδομική άποψη] είναι λίγες, ειδικά αν λάβουμε υπ’ όψιν τον περιορισμό να μην έχουν διοργανωθεί Ολυμπιακοί Αγώνες από την ίδια πόλη στο άμεσο παρελθόν. Είναι θέμα χρόνου να συνειδητοποιήσει και η ΔΟΕ ότι ο αριθμός των πόλεων που μπορούν να διεκδικήσουν την υποψηφιότητα της διοργάνωσής τους λιγοστεύει επικίνδυνα. Το προϊόν θα πρέπει να γίνει ξανά ελκυστικό για τις πιθανές υποψήφιες πόλεις, για να εξασφαλιστεί έτσι η βιωσιμότητα των Αγώνων. Η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή θα πρέπει να σταθεί δίπλα σε κάθε διοργανώτρια πόλη ως αξιόπιστος σύμβουλος και όχι ως απαιτητικός πελάτης. Είναι αναγκαίο να μεταλαμπαδεύει την εμπειρία και την τεχνογνωσία όχι μόνο σε ό,τι αφορά στη διεξαγωγή των Αγώνων, αλλά και στη μετα-Ολυμπιακή αναβάθμιση και την υλοποίηση ενός στρατηγικού σχεδίου ανάπτυξης.
Το συμπέρασμα λοιπόν είναι πως η μετα-Ολυμπιακή αξιοποίηση των εγκαταστάσεων και έργων δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηρισθεί ως αξιόλογη κληρονομιά για την πόλη. Ο αρχικός σχεδιασμός για τη μετα-Ολυμπιακή χρήση δεν λήφθηκε καθόλου υπ’ όψιν και η τωρινή υλοποίηση κινείται προς εντελώς διαφορετική και λανθασμένη κατεύθυνση. Για να μην χάσουμε ολοκληρωτικά το στοίχημα της Ολυμπιακής κληρονομιάς επιβάλλεται να εξασφαλίσουμε στην πόλη, έστω και τώρα, πέντε χρόνια μετά τους Αγώνες, αυτό που είχαμε υποσχεθεί τουλάχιστον σε σχέση με το παραλιακό μέτωπο και το Πάρκο του Ελληνικού.
Όταν αναλάβαμε τη διοργάνωση η κυριότερη ανησυχία στο εσωτερικό αλλά κυρίως στο εξωτερικό, ήταν αν είμαστε σε θέση να τα καταφέρουμε εμπρόθεσμα, αν θα έχουμε ολοκληρώσει τα έργα σύμφωνα με τις προδιαγραφές της ΔΟΕ εντός των αντιστοίχων χρονοδιαγραμμάτων. Οι αμφιβολίες όλων είχαν ένα βάσιμο επιχείρημα: η Ελλάδα ήταν η μικρότερη χώρα στην οποία ανατέθηκε ποτέ η διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων. Ταυτόχρονα, οι Ολυμπιακοί Αγώνες είναι από τη φύση τους ένα προϊόν πολύ μεγάλης κλίμακας το οποίο συνεχώς διογκώνεται.
Τι σήμαινε όμως αυτό πρακτικά για την Αθήνα; Η αναβάθμιση της υφιστάμενης υποδομής και των εγκαταστάσεων ήταν εκ των ων ουκ άνευ για την Ολυμπιακή πόλη. Ταυτόχρονα, μέσα σε πολύ περιορισμένο χρονικό διάστημα χωροθετήθηκαν, σχεδιάσθηκαν, δημοπρατηθήκαν και κατασκευάστηκαν τόσα έργα, που αν συνεχίζαμε με τους κανονικούς ρυθμούς ανάπτυξης της χώρας, θα υλοποιούνταν σε διάστημα μεγαλύτερο των 20-25 ετών. Μέσα στην τριετία 2001-2003, κατασκευάστηκαν ή αναβαθμίστηκαν 32 αγωνιστικές και μη εγκαταστάσεις, κατασκευάστηκε το Ολυμπιακό Χωριό στις λεκάνες Αχαρνών [που ήταν μία νέα πόλη χωρητικότητας 20.000 ατόμων, με 2.300 νέα διαμερίσματα σε 370 περίπου κτίρια] και άλλα 7 έργα φιλοξενίας και διαμονής. Παράλληλα, είχαμε την υλοποίηση στην Αθήνα 22 οδικών έργων, 3 έργων μέσων σταθερής τροχιάς και 150 έργων αστικών αναπλάσεων. Το σύνολο των εργολαβιών που σχετίζονταν με τους Ολυμπιακούς Αγώνες εντός και εκτός Αθηνών -είτε αφορούσε σε αναβαθμίσεις είτε σε νέες κατασκευές- ξεπερνούσε τις 350!
Για το σχεδιασμό, δημοπράτηση, κατασκευή και παρακολούθηση αυτών των 350 εργολαβιών συμμετείχαν πολλές εκατοντάδες Ελλήνων μηχανικών. Η συμβολή του τεχνικού κόσμου της χώρας στην πραγματοποίηση των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας ήταν και είναι ανεκτίμητη. Η διεξαγωγή των Αγώνων δεν θα ήταν εφικτή χωρίς το όραμα και την σπουδαία προσπάθεια των Ελλήνων Μηχανικών. Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας των Ολυμπιακών Αγώνων κατασκευάστηκαν έργα υψηλής τεχνικής δυσκολίας σε περιορισμένο χρόνο και με ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα, τα οποία κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν θα μπορούσαν να υλοποιηθούν σε καμία άλλη χώρα. Ο τεχνικός κόσμος της Ελλάδας στελέχωσε τις εταιρείες κατασκευής, τις ειδικές υπηρεσίες έργων των υπουργείων, τους κοινωφελείς οργανισμούς και την Οργανωτική Επιτροπή, ενεπλάκη στη δημιουργία της σχετικής νομοθεσίας για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, εργάστηκε σκληρά και συνεισέφερε τα μέγιστα. Δεν μπορούμε βέβαια να αγνοήσουμε το γεγονός ότι πίσω από την άρτια διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων, υπήρχε η ισχυρή πολιτική βούληση και υψηλή κοινωνική αποδοχή. Οι Έλληνες πίστεψαν στο όραμα των Αγώνων και της επόμενης ημέρας, και οι Έλληνες μηχανικοί υλοποίησαν έργα τέτοιας κλίμακας κάτω από την πίεση του χρόνου και των αμετακίνητων προθεσμιών.
Εκτός από τα παραπάνω, κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας είχαμε την τύχη να προΐστανται και σε πολιτικό και σε υπηρεσιακό επίπεδο προσωπικότητες με αποφασιστικότητα και ικανότητες, οι οποίες συνέτειναν καθοριστικά στην επιτυχία του σχεδιασμού. Έτσι κατορθώσαμε αυτό που για πολλούς φαινόταν ακατόρθωτο. Να διοργανώσουμε τους καλύτερους Ολυμπιακούς Αγώνες. Είναι όμως αυτό αρκετό;
Το ερώτημα είναι: σε ποιο βαθμό αποτέλεσαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες της Αθήνας το όχημα για μία καλύτερη πόλη; Η βελτίωση των υποδομών και των μεταφορών είναι αναμφισβήτητα η σημαντικότερη κληρονομιά της πόλης. Στο επίπεδο των συγκοινωνιών και των μεταφορών, η μετα-Ολυμπιακή Αθήνα είναι μια άλλη πόλη. Η βελτίωση υφιστάμενων οδικών δικτύων, η κατασκευή νέων ανήκουν στην κατηγορία των έργων που ωφέλησαν και ωφελούν τους κατοίκους του λεκανοπεδίου στην καθημερινότητά τους. Ομοίως και τα έργα των μέσων σταθερής τροχιάς, που βελτίωσαν σημαντικά το επίπεδο των μαζικών μεταφορών της πρωτεύουσας.
Σε ό,τι αφορά στις εγκαταστάσεις, η απάντηση δεν είναι μονοσήμαντη. Μετά τη λήξη των Αγώνων, η Αθήνα απέκτησε μεν 17 νέες αγωνιστικές εγκαταστάσεις, αλλά στην παρούσα φάση μόνο τρεις έχουν αθλητική δραστηριότητα. Η πόλη της Αθήνας ομολογουμένως δεν μπορεί να υποστηρίξει και να συντηρήσει μεταολυμπιακά τόσες πολλές αθλητικές εγκαταστάσεις χωρητικότητας ίσης με αυτή των Ολυμπιακών Αγώνων. Από την άλλη όμως, μόνο μία κλειστή εγκατάσταση [από τις εννέα νέες] με αθλητική χρήση δεν μπορεί να θεωρείται ικανοποιητική κληρονομιά για τη νεολαία της πόλης.
Πολλές από τις αρχικά σχεδιασμένες ως προσωρινές εγκαταστάσεις για τους Ολυμπιακούς Αγώνες έγιναν μόνιμες και μετα-Ολυμπιακά απέκτησαν διαφορετικές χρήσεις. Έτσι η πόλη μας γέμισε με νέα εμπορικά κέντρα, νέους συναυλιακούς χώρους και πολιτιστικά κέντρα, χωρίς να υπάρχει ένας συνολικός σχεδιασμός για την ένταξή τους στον πολεοδομικό, κοινωνικό και οικονομικό ιστό της πόλης.
Αξίζει ίσως να ασχοληθούμε περισσότερο με το μέτωπο της παραλιακής ζώνης από το Φάληρο μέχρι το Ελληνικό και το μεγαλόπνοο σχέδιο της σύνδεσης της πόλης με τη θάλασσα. Πέντε χρόνια μετά τη διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων, οι κάτοικοι της πρωτεύουσας δεν έχουν αντιληφθεί ακόμα αυτή τη σύνδεση. Από όλες τις εγκαταστάσεις της παραλιακής ζώνης λειτουργεί μόνο το ένα κλειστό γήπεδο του Ελληνικού ως αθλητική εγκατάσταση και το κλειστό γυμναστήριο του Φαλήρου [taekwondo] ως χώρος πολιτιστικών εκδηλώσεων. Οι κτιριακές εγκαταστάσεις μεταξύ του γηπέδου του μπιτς βόλεϊ και του taekwondo στην παραλία του Μοσχάτου είναι στο μεγαλύτερο μέρος τους αναξιοποίητες. Ταυτόχρονα, η ζώνη μεταξύ των εκβολών των δύο ποταμών [Κηφισού και Ιλισού], στην οποία προβλεπόταν να γίνει παράκτιο οικολογικό πάρκο, είναι εγκαταλελειμμένη και θυμίζει παλαιότερες εικόνες εναπόθεσης απορριμμάτων. Ακόμα και στο χώρο του παλιού Ιπποδρόμου, όπου χωροθετείται η νέα Λυρική Σκηνή και χώρος πάρκου, η ημερομηνία ολοκλήρωσης του έργου είναι αρχικά το 2015, εννέα χρόνια μετά την ολοκλήρωση των Ολυμπιακών Αγώνων. Από την άλλη, το Μητροπολιτικό Πάρκο του Ελληνικού βρίσκεται ακόμα στα σχέδια. Ο πολυδιαφημισμένος σχεδιασμός για την ελεύθερη πρόσβαση των πεζών στο παραλιακό μέτωπο και την ενοποίησή του με το Πάρκο του Ελληνικού αποδείχθηκε στην πράξη μεγαλεπήβολος και ουτοπικός.
Το ζητούμενο επομένως με την ανάληψη της διοργάνωσης των Ολυμπιακών Αγώνων δεν είναι και δεν πρέπει να είναι μόνο η άρτια διεξαγωγή τους και η άψογη λειτουργία της πόλης κατά τη διάρκεια του δεκαπενθήμερου των Αγώνων. Είναι η αναγωγή αυτού του δεκαπενθημέρου σε στρατηγικό σχεδιασμό και υλοποίηση ενός συνολικού προγράμματος αναβάθμισης και προώθησης της διοργανώτριας πόλης. Μόνο όταν οι Ολυμπιακές και οι μετα-Ολυμπιακές ανάγκες μίας πόλης φτάσουν στο ιδανικό σημείο υψηλής ταύτισης, μπορούμε να μιλάμε για Ολυμπιακή κληρονομιά υψηλού βεληνεκούς.
Ο ρόλος της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής προς την κατεύθυνση της εξασφάλισης της Ολυμπιακής κληρονομιάς είναι καθοριστικός. Στην περίπτωση της Αθήνας πάντως δεν φάνηκε να αποτελεί σημαντική προτεραιότητα για τις Επιτροπές Συντονισμού, που επισκέπτονταν σε τακτά χρονικά διαστήματα την πόλη μας. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες είναι ένα πολύ ισχυρό προϊόν μάρκετινγκ της παγκόσμιας αγοράς και ένα πολυδιάστατο γεγονός με τεράστια επίδραση. Οι ισχυροί της ΔΟΕ ασχολούνται πολύ περισσότερο με τη διεξαγωγή του κάθε τέσσερα χρόνια, παρά με τη βιωσιμότητα του προϊόντος συνολικά.
Οι Ολυμπιακοί Αγώνες έχουν πάρει τα τελευταία χρόνια γιγαντιαίες διαστάσεις. Με τους ρυθμούς ανάπτυξής τους και με πολύ πρόχειρους υπολογισμούς, προκύπτει ότι οι πόλεις που θα έχουν τη δυνατότητα να τους φιλοξενήσουν [από οικονομική και πολεοδομική άποψη] είναι λίγες, ειδικά αν λάβουμε υπ’ όψιν τον περιορισμό να μην έχουν διοργανωθεί Ολυμπιακοί Αγώνες από την ίδια πόλη στο άμεσο παρελθόν. Είναι θέμα χρόνου να συνειδητοποιήσει και η ΔΟΕ ότι ο αριθμός των πόλεων που μπορούν να διεκδικήσουν την υποψηφιότητα της διοργάνωσής τους λιγοστεύει επικίνδυνα. Το προϊόν θα πρέπει να γίνει ξανά ελκυστικό για τις πιθανές υποψήφιες πόλεις, για να εξασφαλιστεί έτσι η βιωσιμότητα των Αγώνων. Η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή θα πρέπει να σταθεί δίπλα σε κάθε διοργανώτρια πόλη ως αξιόπιστος σύμβουλος και όχι ως απαιτητικός πελάτης. Είναι αναγκαίο να μεταλαμπαδεύει την εμπειρία και την τεχνογνωσία όχι μόνο σε ό,τι αφορά στη διεξαγωγή των Αγώνων, αλλά και στη μετα-Ολυμπιακή αναβάθμιση και την υλοποίηση ενός στρατηγικού σχεδίου ανάπτυξης.
Το συμπέρασμα λοιπόν είναι πως η μετα-Ολυμπιακή αξιοποίηση των εγκαταστάσεων και έργων δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηρισθεί ως αξιόλογη κληρονομιά για την πόλη. Ο αρχικός σχεδιασμός για τη μετα-Ολυμπιακή χρήση δεν λήφθηκε καθόλου υπ’ όψιν και η τωρινή υλοποίηση κινείται προς εντελώς διαφορετική και λανθασμένη κατεύθυνση. Για να μην χάσουμε ολοκληρωτικά το στοίχημα της Ολυμπιακής κληρονομιάς επιβάλλεται να εξασφαλίσουμε στην πόλη, έστω και τώρα, πέντε χρόνια μετά τους Αγώνες, αυτό που είχαμε υποσχεθεί τουλάχιστον σε σχέση με το παραλιακό μέτωπο και το Πάρκο του Ελληνικού.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





